Του Πατριάρχη
Στην Κύπρο έχουμε μια μοναδική ικανότητα να συντηρούμε το παράδοξο ως κανονικότητα. Εδώ και χρόνια συζητάμε για το θεσμικό πλαίσιο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, την ώρα που εξελιγμένα μηχανήματα αραχνιάζουν σε αποθήκες, περιμένοντας μια δέσμη κανονισμών που θα επιτρέψει στην ΚΥΠ και την Αστυνομία να επιτελέσουν το έργο τους.
Ωστόσο, ας μην εθελοτυφλούμε. Όποιος πιστεύει ότι σήμερα, στην εποχή της απόλυτης ψηφιακής κυριαρχίας, τα τηλέφωνα δεν παρακολουθούνται (και όχι μόνο από το κράτος), πλανάται πλάνην οικτρά. Η τεχνολογία τρέχει με ταχύτητες φωτός και οι κρατικές δομές ακολουθούν με τον ρυθμό σημειωτόν, εγκλωβισμένες σε μια γραφειοκρατία που συχνά θυμίζει το θεατρικό έργο «Περιμένοντας τον Γκοντό».
Το ζήτημα όμως δεν είναι η καθυστέρηση, αλλά η κατεύθυνση που επιχειρείται να δοθεί στο νέο νομοθέτημα. Η πρόθεση να παραχωρηθεί στον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα η απόλυτη αρμοδιότητα να εγκρίνει παρακολουθήσεις για λόγους «εθνικής ασφάλειας», παρακάμπτοντας τη δικαστική εξουσία, δεν είναι απλώς θεσμική εκτροπή, αλλά είναι μια διολίσθηση προς επικίνδυνες ατραπούς που θίγουν τον σκληρό πυρήνα των ατομικών ελευθεριών. Η δικαστική έγκριση δεν είναι μια τυπική διαδικασία που δυσκολεύει το έργο των διωκτικών αρχών, αλλά η αναγκαία ασφαλιστική δικλίδα που διακρίνει μια ευνομούμενη πολιτεία από ένα κράτος που λειτουργεί υπό καθεστώς αυθαιρεσίας.
Η έννοια της εθνικής ασφάλειας είναι, από τη φύση της, ελαστική και επιδεκτική σε πολλές ερμηνείες. Αν αφαιρέσουμε τον έλεγχο από έναν ανεξάρτητο δικαστή, τότε ποιος θα ορίζει το περιεχόμενό της; Ποιος θα εμποδίσει μια μελλοντική εξουσία να θεωρήσει ως «απειλή» μια καυστική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή μια έντονη πολιτική συζήτηση σε ένα καφενείο; Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι η εξουσία, όταν δεν ελέγχεται, τείνει να επεκτείνεται εις βάρος του πολίτη. Ο Γενικός Εισαγγελέας, όσο έντιμος και αν είναι ο εκάστοτε κάτοχος του θώκου, παραμένει ένας διορισμένος αξιωματούχος που λειτουργεί ως νομικός σύμβουλος της κυβέρνησης. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά την κρίση της δικαιοσύνης.
Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν «λευκές επιταγές», ειδικά όταν πρόκειται για την ιδιωτική ζωή των ανθρώπων. Η ανάγκη για ασφάλεια είναι αυτονόητη, ειδικά σε ένα ημικατεχόμενο κράτος που αντιμετωπίζει υπαρξιακές απειλές. Όμως, η ασφάλεια χωρίς έλεγχο είναι ένας κενός τίτλος. Αν για να προστατεύσουμε το κράτος πρέπει να θυσιάσουμε το δικαίωμα του πολίτη να μιλά ελεύθερα χωρίς τον φόβο του «μεγάλου αδελφού», τότε έχουμε ήδη χάσει την ουσία της μάχης.
Οφείλουμε να εκσυγχρονίσουμε τα εργαλεία μας, να βγάλουμε τον εξοπλισμό από τις αποθήκες και να θωρακίσουμε τις υπηρεσίες μας. Αλλά όλα αυτά πρέπει να γίνουν με σεβασμό στις αρχές του κράτους δικαίου.
Η κυβέρνηση, πάντως, παρουσιάζει ως κατεύθυνση της, τις παρακολουθήσεις μόνο με δικαστικό ένταλμα, για σοβαρά αδικήματα και για εθνική ασφάλεια, με χρονικούς περιορισμούς και διαδικαστικές εγγυήσεις. Αυτό είναι η σωστή βάση συζήτησης. Όχι επειδή το δικαστήριο είναι αλάνθαστο, αλλά επειδή σε μια δημοκρατία η παραβίαση της ιδιωτικότητας πρέπει να περνά από ανεξάρτητο έλεγχο, όχι από την εσωτερική ιεραρχία μιας υπηρεσίας ή από την πολιτική πίεση.
Αν θέλουμε πραγματικά εργαλείο κατά του οργανωμένου εγκλήματος, ας το κάνουμε όπως πρέπει. Με καθαρούς ορισμούς για το τι είναι «ασφάλεια του κράτους», με αυστηρή αναλογικότητα, με πλήρη καταγραφή της διαδικασίας, με ελάχιστη διάρκεια, με ειδική εποπτεία και ουσιαστική λογοδοσία. Διαφορετικά, θα ξαναγράψουμε έναν ακόμα νόμο για να αραχνιάζει δίπλα στον εξοπλισμό, και θα συνεχίσουμε να παριστάνουμε ότι το πρόβλημα είναι τεχνικό. Το πρόβλημα είναι θεσμικό. Και εκεί δεν χωρούν ευκολίες.
Η δημοκρατία στο ακουστικό και οι επικίνδυνες «ευκολίες»
Σε άρθρο του, ο Πατριάρχης αναφέρεται στην παραδοξότητα της κατάστασης στην Κύπρο σχετικά με τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις. Παρόλο που υπάρχει θεσμικό πλαίσιο, η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο, αφήνοντας τις κρατικές δομές να υστερούν. Ο συγγραφέας τονίζει ότι η τεχνολογία επιτρέπει την παρακολούθηση τηλεφώνων και χωρίς κρατική παρέμβαση. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η καθυστέρηση στην εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου, αλλά η κατεύθυνση που λαμβάνει. Η πρόταση για να έχει ο Γενικός Εισαγγελέας την απόλυτη αρμοδιότητα έγκρισης παρακολουθήσεων για λόγους «εθνικής ασφάλειας», παρακάμπτοντας τη δικαστική εξουσία, θεωρείται θεσμική εκτροπή και ολίσθηση προς επικίνδυνες ατραπούς. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι η δικαστική έγκριση είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση των ατομικών ελευθεριών και την αποφυγή αυθαιρεσίας. Η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» είναι ευρεία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά. Η απουσία δικαστικού ελέγχου θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστολή της ελευθερίας του λόγου και της πολιτικής έκφρασης. Συμπερασματικά, ο Πατριάρχης υποστηρίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού των εργαλείων παρακολούθησης, αλλά με σεβασμό στις αρχές του κράτους δικαίου. Η κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο, προτείνει παρακολουθήσεις μόνο με δικαστικό ένταλμα για σοβαρά αδικήματα και λόγους εθνικής ασφάλειας, με χρονικούς περιορισμούς και διαδικαστικές εγγυήσεις, κάτι που θεωρείται θετική βάση συζήτησης.
You Might Also Like
Όταν το πένθος γίνεται κεφάλαιο και ζητάει τόκους
Φεβ 13
Πόσο ελεύθερη είναι η χρήση δυτικών ψηφιακών εργαλείων στη Μόσχα;
Φεβ 16
Ο Τραμπισμός ως η νέα βαρβαρότητα της πολιτικής
Φεβ 21
Η ψηφιακή «Αγορά» και οι εργολάβοι της δημοκρατίας
Φεβ 22
Πενήντα έξι βουλευτές, όχι πενήντα έξι σωτήρες
Φεβ 24