Dialogos

Ευαγγελία Χαραλάμπους:  Πάντα με ενδιέφεραν οι δεσμοί που χτίζουμε με μια πόλη

Δημοσιεύτηκε Μάρτιος 8, 2026, 12:02
Ευαγγελία Χαραλάμπους:  Πάντα με ενδιέφεραν οι δεσμοί που χτίζουμε με μια πόλη

Χάρτης νέων ταξιδιών
Μικροκοσμικά, Εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος, 2026
Συγγραφείς παρουσιάζουν το καινούργιο βιβλίο τους
Πώς θα περιγράφατε το βιβλίο σας σε κάποιον που το ακούει για πρώτη φορά;
Είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με 52 μικροϊστορίες των ανθρώπων μιας πόλης. Όσες και οι βδομάδες του χρόνου και τα χαρτιά της τράπουλας. Σε πρώτο επίπεδο, είναι ο μικρόκοσμος του καθενός, το προσωπικό του αφήγημα. Η ιστορία της κοπέλας στην ψαραγορά, του «Σεΐχη»-ιδιοκτήτη του κλαμπ, του αστέγου και τόσες άλλες. Σε δεύτερο επίπεδο υπάρχει ένας Επισκέπτης που μελετάει τις ιστορίες των ανθρώπων και τη σχέση τους με μια πόλη-κατασκεύασμα, έναν συνδυασμό από αγαπημένες πόλεις (Αθήνα, Λευκωσία, Πάφος, Ρώμη, Λισαβώνα, Παρίσι, Μόσταρ). Θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Τι ρόλο παίζει στη ζωή τους; Πώς τους επηρεάζει; Οι περισσότερες ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους, είτε μέσω ηρώων που επαναλαμβάνονται, είτε μέσω του Επισκέπτη. Μπορούν όμως να διαβαστούν και σαν αυτοτελείς ιστορίες-μικροδιηγήματα. Επίσης υπάρχει εποχικότητα: διαφορετικές είναι οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες, οι καλοκαιρινές κ.ο.κ. Τι συμβαίνει στην πόλη μέσα σε έναν χρόνο;
Ποια ήταν η αφορμή/ η έμπνευση που σας οδήγησε στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Πάντα με ενδιέφεραν οι δεσμοί που χτίζουμε με μια πόλη. Πόσο την αγαπάμε ή μας καταπιέζει, τι σημαίνει για μας. Το στοίχημα ήταν να φτιάξω έναν ολόκληρο κόσμο. Ίσως το έναυσμα να ήταν βιωματικό: έχω αλλάξει αρκετά σπίτια και πόλεις (Πάφος, Λευκωσία, Αθήνα), οι αλλαγές πάντα με καθόριζαν. Το βιβλίο έχει έντονο το στοιχείο της συμπερίληψης. Βλέπουμε ιστορίες μικρών παιδιών, εφήβων, εικοσάρηδων, σαραντάρηδων, όλων των ηλικιών, κοινωνικών στρωμάτων, κ.λπ.
Τι σημαίνει για εσάς ο τίτλος και πώς συνομιλεί με το περιεχόμενο του βιβλίου;
Πάντα αγαπούσα τους μονολεκτικούς τίτλους, όπως Κατακαλόκαιρο! Ο τίτλος είναι η καρδιά του βιβλίου. Όλες αυτές οι ιστορίες χτίζουν ένα μωσαϊκό από μικροκόσμους. Επίσης η κάθε ιστορία έχει τίτλο, που δίνει τον τόνο και ξεκλειδώνει την ιστορία, π.χ. Ένα βαλιτσάκι γεμάτο ερωτήσεις, Ο ευτυχισμένος κηπουρός, Κουαρτέτο σε τρία κονιάκ, Δεν ήταν ένα μικρό καράβι, Η γυναίκα που τσακώθηκε με τις ευθείες, Πάρτι στο σπίτι με τα κομμένα δέντρα κ.λπ.
Σκοπός ήταν να γίνει το βιβλίο αυτό καθρέφτης της ζωής, με όλη την γκάμα συναισθημάτων
Υπάρχουν συγκεκριμένες επιρροές ή αναφορές – λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, προσωπικές – που διαμόρφωσαν το ύφος και το περιεχόμενο του βιβλίου;
Σαφέστατα. Βασίζεται σε βιώματα, φόβους, αγωνίες, αληθινές ιστορίες που έγιναν μυθοπλασία. Λογοτεχνικά εμπνεύστηκα από τον Ίταλο Καλβίνο και τις Αόρατες πόλεις, από μουσικές, ταξίδια. Κυρίως από τις ατέλειωτες ώρες περπατώντας μέσα στην πόλη, είτε τη δική μου είτε ως επισκέπτρια.
Πώς βλέπετε το βιβλίο σας να εντάσσεται ή να συνομιλεί με την κυπριακή λογοτεχνία;
Η κυπριακή λογοτεχνία είναι σε άνθιση και τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται οι συγγραφείς είναι ποικίλα. Υπάρχει το συλλογικό τραύμα και το πώς το βιώνουν οι επόμενες γενιές, τα υπαρξιακά θέματα, αξιόλογοι συγγραφείς αγωνίζονται σε μια μικρή χώρα με αναγνωστικό κοινό που πρέπει να το «κερδίσεις», δεν είναι εύκολο. Τα «Μικροκοσμικά» έχουν πολύ ξεχωριστή θεματική που όμως θεωρώ ότι συνομιλεί με την κυπριακή λογοτεχνία, η οποία απευθύνεται και αφορά ανθρώπους πέρα από τα όρια της κάθε χώρας.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου; Τι σας ξάφνιασε ή τι μάθατε στην πορεία από την αρχική ιδέα ως το τελικό κείμενο;
Το να μπορέσω να ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου ποιος είναι ο ρόλος του Επισκέπτη, πώς συνδέεται με τις ιστορίες. Είναι και ο ίδιος μια ιστορία, παρακολουθούμε και την εξέλιξη της σχέσης του με μια σερβιτόρα. Είχα πολλές ιδέες που τις δούλευα για χρόνια. Ξεκίνησα το 2012 να γράφω τις πρώτες ιστορίες, άρα είναι έργο ζωής για μένα. Έγραφα, ξανάγραφα, έσβηνα, πέρασαν πολλά στάδια για να πάρει το βιβλίο την τελική μορφή. Η κάθε ιστορία έχει τη θέση της, είχα μια μεγάλη κόλλα Α3 και δημιούργησα τον χάρτη των ιστοριών. Πρόσθετα ήρωες, στοιχεία, συνοικίες, γέφυρες, λιμάνι…
Επίσης μια πρόκληση ήταν πώς θα τις ενώσω μεταξύ τους, με ποια σειρά, ώστε να γίνει ευκολοδιάβαστο, να μη «βαραίνει» τον αναγνώστη ή να τον κάνει να πλήξει. Για παράδειγμα, μια ιστορία με τον θάνατο του πατέρα, θα την διαδεχτεί μια πιο ανάλαφρη. Σκοπός ήταν να γίνει το βιβλίο αυτό καθρέφτης της ζωής, με όλη την γκάμα συναισθημάτων. Επίσης έμαθα ότι τα βιβλία, όπως οι άνθρωποι, θέλουν τον χρόνο τους, φροντίδα, δουλειά με αγάπη και ενθουσιασμό.
Η κυπριακή λογοτεχνία είναι σε άνθιση και τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται οι συγγραφείς είναι ποικίλα
Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας, τι κρατάτε εσείς από αυτό;
Θα ήθελα να έχει την απόλαυση της ανάγνωσης, να μπορέσει το βιβλίο να τον ταξιδέψει. Να δει εικόνες, να ακούσει τους ήχους της πόλης. Να μυρίσει, να φανταστεί, να σκεφτεί κάτι καινούργιο για τη ζωή του. Να νιώσει πράγματα, ει δυνατόν να ταυτιστεί με τους ήρωες. Κλείνω με απόσπασμα: «Βρέχει. Χώνεται στα γρήγορα σε ένα μπιστρό με τζάκι και βλέπει τη βροχή από το παράθυρο. Σκέφτεται πως η πόλη, όπως και όλες οι πόλεις, είναι όμορφη, αν τη βλέπει κάποιος όμορφη, και το αντίθετο. Η πόλη είναι ένα συνονθύλευμα από διαφορές: όλοι συνυπάρχουν, άλλος εύκολα και άλλος δύσκολα, στην ίδια πόλη. Ο τρελός της (οι τρελοί της) πόλης, οι εγκληματίες, οι γιάπις, τα πρεζόνια, οι μετανάστες, οι αριστοκράτες. Η βροχή δυναμώνει, την ακούει να χτυπάει δυνατά στην ξύλινη οροφή. Έχει κι εκείνη την ιδιωτική της ζωή, θα πάει σε άλλη πόλη, θα ξεπλύνει άλλες αυλές, άλλες πλατείες, θα γλιστρήσει σε άλλες ομπρέλες και θα ξαναγυρίσει πάλι εδώ». [..] «Η πόλη δεν είναι ευτυχία; Αρκεί να μπορείς να τη βιώσεις στο πετσί σου ένα βράδυ στο πεζουλάκι της πλατείας. Μασουλάς ένα κουλούρι, κοιτάς τους ανθρώπους να περνούν κι έχεις μια κρυφή, χειροποίητη χαρά, χωρίς κανέναν λόγο».