Η συλλογή βιομετρικών δεδομένων, όπως δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες, στο πλαίσιο ποινικών ερευνών επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις «απόλυτης ανάγκης», σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, η οποία και θέτει αυστηρά όρια στις πρακτικές των εθνικών αρχών.
Η υπόθεση αφορά έναν συλληφθέντα σε επεισόδια σε διαδήλωση τον Μάιο του 2020 στο Παρίσι, ο οποίος κατά την προσωρινή κράτησή του αρνήθηκε να υποβληθεί σε διαδικασία σήμανσης, δηλαδή λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων και φωτογραφιών. Παρά το γεγονός ότι τελικά αθωώθηκε για τα αδικήματα για τα οποία είχε συλληφθεί, καταδικάστηκε λόγω της άρνησής του να συμμορφωθεί με τη διαδικασία συλλογής βιομετρικών δεδομένων.
Ο ίδιος προσέβαλε την καταδίκη του, υποστηρίζοντας ότι η γαλλική νομοθεσία παραβιάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο περί προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ποινικές υποθέσεις. Το Εφετείο Παρισιού παρέπεμψε την υπόθεση στο ΔΕΕ, ζητώντας διευκρινίσεις για το κατά πόσο επιτρέπεται η συστηματική συλλογή τέτοιων δεδομένων χωρίς ειδική αιτιολόγηση.
Από την πλευρά του δικαστηρίου, ξεκαθαρίζεται ότι τα βιομετρικά δεδομένα θεωρούνται ιδιαίτερα ευαίσθητα και απολαμβάνουν αυξημένης προστασίας στο ενωσιακό δίκαιο, και ως εκ τούτου, η επεξεργασία τους επιτρέπεται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία και συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα των πολιτών. Το δικαστήριο τόνισε ότι η ύπαρξη απλών υπονοιών για τέλεση αδικήματος δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη συλλογή τέτοιων δεδομένων. Κάθε σχετική απόφαση πρέπει να αιτιολογείται σαφώς, ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να κατανοήσει τους λόγους και να ασκήσει τα δικαιώματά του.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συλλογή δεν μπορεί να γίνεται συστηματικά ή γενικευμένα. Αντίθετα, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εξετάζουν κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να τεκμηριώνουν την «απόλυτη ανάγκη».
Σύμφωνα με την απόφαση, εθνικές ρυθμίσεις που προβλέπουν αυτοματοποιημένη ή καθολική συλλογή βιομετρικών δεδομένων χωρίς εξατομικευμένη κρίση αντίκεινται στο δίκαιο της ΕΕ, και τα κράτη μέλη οφείλουν να καθορίζουν με σαφήνεια τους σκοπούς και τα όρια τέτοιων μέτρων.
Όσον αφορά τις κυρώσεις για άρνηση συμμόρφωσης, το ΔΕΕ έκρινε ότι αυτές είναι νόμιμες μόνο εφόσον η ίδια η συλλογή πληροί το κριτήριο της απόλυτης ανάγκης και τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.
ΔΕΕ: Μόνο κατ’ εξαίρεση η συλλογή βιομετρικών δεδομένων από την αστυνομία
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι η συλλογή βιομετρικών δεδομένων από την αστυνομία, όπως δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες, επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις "απόλυτης ανάγκης". Η υπόθεση ξεκίνησε από έναν συλληφθέντα σε διαδήλωση στο Παρίσι που αρνήθηκε να δώσει τα βιομετρικά του στοιχεία και καταδικάστηκε για την άρνησή του, παρά την αθώωσή του για το αρχικό αδίκημα. Το ΔΕΕ τόνισε ότι τα βιομετρικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και απαιτούν αυξημένη προστασία, επομένως η επεξεργασία τους πρέπει να είναι απολύτως αναγκαία και να συνοδεύεται από επαρκείς εγγυήσεις. Η συλλογή δεν μπορεί να είναι συστηματική ή γενικευμένη, αλλά να εξετάζεται κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Εθνικές ρυθμίσεις που προβλέπουν αυτοματοποιημένη συλλογή βιομετρικών δεδομένων αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Τέλος, οι κυρώσεις για την άρνηση συμμόρφωσης είναι νόμιμες μόνο εάν η ίδια η συλλογή πληροί τις προϋποθέσεις της "απόλυτης ανάγκης" και της αναλογικότητας.