Η υπόθεση του Η.Κ, ο οποίος έμεινε τετραπληγικός μετά από τροχαίο στη Λευκωσία, μετά από 30 χρόνια ξαναδικάζεται ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ακύρωσε την απόρριψη της αγωγής του κατά του Γενικού Εισαγγελέα και του Δήμου Λακατάμιας και διέταξε επανεκδίκαση με προτεραιότητα.
Μια υπόθεση που κουβαλά ήδη τρεις δεκαετίες δικαστικής ταλαιπωρίας παίρνει νέα τροπή. Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε απόφαση που αυτή την εβδομάδα, έκανε δεκτή την έφεση της Τ.Κ, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Η.Κ, και παραμέρισε στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως καταχρηστική την αγωγή της εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και του Δήμου Λακατάμιας. Η υπόθεση αναβιώνει και θα ξαναδικαστεί.
Το πιο ουσιαστικό στοιχείο της απόφασης είναι ότι το Ανώτατο δεν αποφάνθηκε πως η Δημοκρατία ή ο Δήμος ευθύνονται, αλλά ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε έρεισμα να κλείσει την πόρτα της αγωγής με το σκεπτικό της κατάχρησης διαδικασίας. Με απλά λόγια, έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να ακουστεί στην ουσία της και όχι να απορριφθεί πριν καν αξιολογηθεί όπως έπρεπε η μαρτυρία.
Το τροχαίο που σημάδεψε μια ζωή
Η αφετηρία βρίσκεται στις 15 Φεβρουαρίου 1995. Τότε, σε τροχαίο ατύχημα στη λεωφόρο Μόρφου, στην περιοχή Αρχάγγελος, ο Η.Κ τραυματίστηκε σοβαρά ενώ επιχειρούσε να διασταυρώσει τον δρόμο πεζός και παρασύρθηκε από αυτοκίνητο. Η απόφαση καταγράφει ότι από το δυστύχημα έμεινε τετραπληγικός, χάνοντας ακόμη και την ικανότητα ομιλίας. Πρόκειται για την ωμή περιγραφή μιας στιγμής που ανέτρεψε μια ζωή σε κλάσμα δευτερολέπτου.
Η σύζυγός του, προσέφυγε αρχικά κατά του οδηγού του οχήματος, ζητώντας αποζημιώσεις για αμέλεια στην οδήγηση. Εκείνη η αγωγή απορρίφθηκε, επειδή κρίθηκε ότι ο οδηγός δεν έφερε ευθύνη. Η απόφαση εκείνη επικυρώθηκε αργότερα από την πλειοψηφία του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μάλιστα, το ίδιο το Ανώτατο στην παλαιότερη εκείνη απόφαση είχε σημειώσει ότι θα ήταν ευκταίο τέτοιες ανθρώπινες τραγωδίες να μη μετατρέπονται σε ατέρμονες δικαστικές συγκρούσεις, αλλά να αντιμετωπίζονται από ένα σωστά οργανωμένο ασφαλιστικό ή κοινωνικό σύστημα. Η διαπίστωση αυτή επανέρχεται σήμερα σχεδόν ειρωνικά, αφού η υπόθεση εξακολουθεί να ταλαιπωρεί την οικογένεια τριάντα και πλέον χρόνια μετά.
Νέα αγωγή, άλλη βάση
Έναν περίπου χρόνο μετά την έκδοση της πρώτης εφετειακής απόφασης, καταχωρίστηκε νέα αγωγή. Αυτή τη φορά ο στόχος δεν ήταν ο οδηγός αλλά οι αρμόδιες αρχές. Η θέση της ενάγουσας ήταν ότι οι αρμόδιες αρχές παρέλειψαν να ηλεκτροφωτίσουν τη λεωφόρο, παρά τις υποδείξεις της Αστυνομίας και παρότι επρόκειτο, κατά τον ισχυρισμό της, για δρόμο μέσα σε πυκνοκατοικημένη περιοχή. Επίσης, υποστήριξε ότι παρέλειψαν να δημιουργήσουν διάβαση πεζών. Κατά την ίδια, οι παραλείψεις αυτές συνέβαλαν αποφασιστικά στο δυστύχημα και ευθύνη φέρει ο Γενικός Εισαγγελέας ως εκπρόσωπος του κράτους και ο Δήμος Λακατάμειας.
Η δεύτερη αγωγή δεν επανέφερε απλώς το ίδιο θέμα με άλλη διατύπωση καθώς δεν αφορούσε την οδική συμπεριφορά του οδηγού, αλλά πιθανές ευθύνες του κράτους και της τοπικής αρχής ως προς την ασφάλεια της συγκεκριμένης λεωφόρου. Δηλαδή, άλλο πρόσωπο, άλλη νομική βάση, άλλη μορφή αμέλειας. Κι όμως, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως αυτή η νέα αγωγή αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας και την απέρριψε χωρίς να αξιολογήσει τη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί.
Το λάθος του πρωτόδικου δικαστηρίου
Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι επειδή η ενάγουσα δεν είχε συμπεριλάβει τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Δήμο στην πρώτη αγωγή, τους είχε στερήσει συνταγματικά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι δεν είχαν τότε την ευκαιρία να ακουστούν, να στραφούν κατά του οδηγού και να τον αντεξετάσουν. Πάνω σε αυτή τη λογική στηρίχθηκε η απόρριψη της δεύτερης αγωγής ως καταχρηστικής.
Το Ανώτατο όμως ήταν κάθετο. Σημείωσε πως οι εναγόμενοι (Γενικός Εισαγγελέας Δήμος Λακατάμειας) ουδέποτε είχαν εγείρει με τα δικόγραφά τους θέμα στέρησης συνταγματικών δικαιωμάτων και, επιπλέον, ότι στην πρώτη αγωγή δεν ήταν καν διάδικοι. Άρα το αποτέλεσμα εκείνης της διαδικασίας δεν τους δέσμευε. Με απλά λόγια, δεν μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται ότι του στέρησαν δικαίωμα συμμετοχής σε μια δίκη όπου δεν ήταν καν κατηγορούμενος ή εναγόμενος. Αν αυτό ακούγεται αυτονόητο, είναι …επειδή είναι. Χρειάστηκε όμως να φτάσει μέχρι το Ανώτατο για να ειπωθεί καθαρά μέσα από δικαστική απόφαση.
Το Ανώτατο υπενθύμισε επίσης ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο και άρα η δεύτερη αγωγή μπορούσε να καταχωριστεί εναντίον άλλων προσώπων και πάνω σε διαφορετικές παραλείψεις.
Άνοιξε η πόρτα της ουσίας
Αφού απέρριψε το σκεπτικό περί κατάχρησης, το Ανώτατο έκρινε βάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης. Το ίδιο έκανε και με τον δεύτερο λόγο, που αφορούσε ακριβώς τη θέση ότι η μη συνένωση των δύο εναγομένων στην πρώτη αγωγή στέρησε δήθεν συνταγματικά δικαιώματα στους τελευταίους. Η θέση αυτή απορρίφθηκε.
Δεν έμεινε όμως εκεί. Το Ανώτατο στάθηκε και σε ακόμη ένα σημείο που δείχνει γιατί η πρωτόδικη προσέγγιση δεν μπορούσε να σταθεί. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αναφερθεί και σε ελλιπή δικογράφηση των ειδικών ζημιών, δηλαδή των συγκεκριμένων οικονομικών απωλειών που ζητούνται ως αποζημίωση. Όμως, όπως σημείωσε το Ανώτατο, το πρωτόδικο δεν είχε καν αξιολογήσει τη μαρτυρία, δεν είχε προχωρήσει σε εύρημα για την ευθύνη και δεν είχε εξετάσει τις γενικές αποζημιώσεις, παρότι δεχόταν ότι το θύμα είχε καταστεί τετραπληγικό και είχε χάσει την ικανότητα ομιλίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ανώτατο διερωτήθηκε εύλογα γιατί έγινε τόση συζήτηση για τις ειδικές ζημιές.
Μάλιστα, χωρίς να κλείσει οριστικά το ζήτημα, το δικαστήριο υπέδειξε ότι στην έκθεση απαίτησης υπήρχαν συγκεκριμένες αναφορές σε ειδικές ζημιές, όπως €1.000 για φάρμακα, €5.000 για διαμόρφωση κατοικίας, €15.000 για αναπηρικό αυτοκίνητο και €102.255 για απώλεια απολαβών από την εργασία. Άρα ούτε αυτό το σκέλος μπορούσε να στηρίξει την πρωτόδικη απόρριψη.
Νέα δίκη
Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε στο σύνολό της και η αγωγή κατά του Γενικού Εισαγγελέα και του Δήμου Λακατάμειας αναβιώνει. Το Ανώτατο διέταξε επανεκδίκαση και μάλιστα ανέφερε ότι αναμένεται να δοθεί προτεραιότητα στην υπόθεση. Σημείωσε επίσης ότι δεν χρειάζεται να δοθούν οδηγίες για εκδίκαση από άλλον δικαστή, αφού ο δικαστής που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση έχει ήδη αφυπηρετήσει.
Η οικογένεια του θύματος με την απόφαση κέρδισε το δικαίωμα να ακουστεί ξανά η υπόθεσή της επί της ουσίας.
Την σύζυγο του θύματος εκπροσώπησε ο δικηγόρος Λ. Γ. Λουκαΐδης, για το δικηγορικό γραφείο «Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.». Για τον Γενικό Εισαγγελέα εμφανίστηκε ο Χρ. Τσεκούρας, δικηγόρος της Δημοκρατίας, ενώ για τον Δήμο Λακατάμιας η Χρ. Παρασκευά, για το γραφείο «Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.». Την απόφαση εξέδωσε ομόφωνα το Ανώτατο Δικαστήριο με σύνθεση τους δικαστές Χ. Μαλαχτό, Ι. Ιωαννίδη και Α. Δαυίδ.
Δίκη για τροχαίο ατύχημα 30 ολόκληρα χρόνια μετά!
Μετά από 30 χρόνια, επαναφέρεται η υπόθεση του Η.Κ., ο οποίος έμεινε τετραπληγικός μετά από τροχαίο ατύχημα στη Λευκωσία το 1995. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόρριψη της αγωγής του κατά του Γενικού Εισαγγελέα και του Δήμου Λακατάμιας και διέταξε επανεκδίκαση με προτεραιότητα. Η αρχική αγωγή κατά του οδηγού είχε απορριφθεί, καθώς δεν κρίθηκε υπεύθυνος. Η νέα αγωγή στρέφεται κατά των αρχών, με την κατηγορία ότι παρέλειψαν να λάβουν μέτρα ασφαλείας, όπως ο φωτισμός της λεωφόρου Μόρφου και η δημιουργία διάβασης πεζών, γεγονός που συνέβαλε στο ατύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε έρεισμα να απορρίψει την αγωγή χωρίς να εξετάσει την ουσία της. Το ατύχημα συνέβη στις 15 Φεβρουαρίου 1995, όταν ο Η.Κ. παρασύρθηκε από αυτοκίνητο ενώ διέσχιζε τη λεωφόρο Μόρφου. Από το ατύχημα έμεινε τετραπληγικός και έχασε την ικανότητα ομιλίας. Η υπόθεση έχει περάσει από πολλές δικαστικές φάσεις, με το Ανώτατο Δικαστήριο να είχε σημειώσει στο παρελθόν την ανάγκη ύπαρξης ενός σωστά οργανωμένου ασφαλιστικού ή κοινωνικού συστήματος για την αντιμετώπιση τέτοιων τραγωδιών. Η επανεκδίκαση της υπόθεσης δίνει μια νέα ευκαιρία στην οικογένεια του Η.Κ. να διεκδικήσει αποζημίωση για τις σοβαρές συνέπειες του ατυχήματος, εστιάζοντας πλέον στις πιθανές ευθύνες του κράτους και του Δήμου Λακατάμιας.