Για απουσία πρωτοκόλλων για διαχείριση περιστατικών εντός των Βρετανικών Βάσεων, έκανε λόγο ο Δήμαρχος Κουρίου Παντελής Γεωργίου, λέγοντας ότι «ούτε οι Βρετανοί ανέμεναν την επίθεση». Μιλούσε την Πέμπτη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, στο πλαίσιο συζήτησης για τη δομή και λειτουργία της Πολιτικής Άμυνας, τη συμβολή των εθελοντών και τα προβλήματα στο πρόγραμμα δημιουργίας καταφυγίων. Στη συνεδρία παρέστη και ο Υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου, που ανέφερε ότι εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο το νομοσχέδιο για τη μετεξέλιξη της Πολιτικής Άμυνας σε Πολιτική Προστασία.
Ο κ. Γεωργίου ανέφερε ότι, ελλείψει δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός των Βάσεων, δεν υπήρχε σαφές πλαίσιο ενεργειών, γεγονός που συνέβαλε, όπως είπε, στο χάος των πρώτων ωρών στο Ακρωτήρι.
Ο Δήμαρχος Κουρίου είπε ότι η περιοχή του Ακρωτηρίου δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα από τον πανικό που προκλήθηκε, προσθέτοντας πως ο ίδιος ενημερώθηκε λίγο μετά τις 12 το βράδυ για το χτύπημα στη βάση και βρέθηκε επιτόπου, καθώς, όπως ανέφερε, ήταν από τους ελάχιστους που μπορούσαν να παρέμβουν άμεσα.
Ανέφερε ότι οι σειρήνες ηχούσαν για ώρες, οι πολίτες ήταν πανικόβλητοι και δεν υπήρχε συγκεκριμένο πρωτόκολλο, σημειώνοντας ότι η Πολιτική Άμυνα δεν μπορεί να ενεργήσει εντός των Βάσεων, αφού δεν έχει σχετική αρμοδιότητα. Πρόσθεσε ότι αναδείχθηκε επίσης έλλειψη καταφυγίων και σειρήνων έγκαιρης προειδοποίησης στην περιοχή.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εσωτερικών, Βουλευτής του ΑΚΕΛ Άριστος Δαμιανού, είπε ότι τα ζητήματα πολιτικής προστασίας και πολιτικής άμυνας απασχολούν διαχρονικά την Επιτροπή, υποδεικνύοντας ότι τα προβλήματα δεν είναι σημερινά, αλλά επανέρχονται κάθε φορά που σημειώνεται μια κρίση ή καταστροφή.
Έθεσε, μεταξύ άλλων, ερωτήματα για τα πρωτόκολλα που εφαρμόστηκαν, τον συντονισμό μεταξύ Υπουργείων, την εμπλοκή των εθελοντών της Πολιτικής Άμυνας, καθώς και για τις διαδικασίες εκκένωσης και ενημέρωσης σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία.
Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρία, ο κ. Δαμιανού είπε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά ελλείμματα στην πολιτική προστασία, κάνοντας λόγο για προβλήματα στην ποιότητα, προσβασιμότητα, λειτουργικότητα και αριθμητική επάρκεια των καταφυγίων, αλλά και για κενά σε διαδικασίες εκκένωσης και πρωτόκολλα συνεργασίας με τις Βρετανικές Βάσεις και τις εταιρείες διαχείρισης των αεροδρομίων.
Σημείωσε, ωστόσο, ότι καταγράφονται θετικές πρωτοβουλίες από το αρμόδιο Υπουργείο, με αναμενόμενο, όπως είπε, εντός Ιουνίου αναθεωρημένο νομοθετικό πλαίσιο. Ερωτηθείς για αναφορές του Δημάρχου Κουρίου, είπε ότι ανησυχεί το γεγονός ότι κάποιοι «πιάστηκαν στον ύπνο», προσθέτοντας πως σε ό,τι αφορά την προστασία των πολιτών η πολιτεία οφείλει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της.
Ο Υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου είπε ότι το πρόγραμμα καταφυγίων ξεκίνησε το 1999 και μέχρι το 2023 κάλυπτε περίπου το 30% του πληθυσμού, κυρίως μέσω εθελοντικής παραχώρησης ιδιωτικών χώρων, μοντέλο που, όπως ανέφερε, παρουσίασε σημαντικές αδυναμίες. Πρόσθεσε ότι με νέα μεθοδολογία από το 2023, με εντοπισμό δημόσιων και άλλων υπόγειων χώρων, η κάλυψη αυξήθηκε στο 45%, ενώ συνεχίζεται η προσπάθεια για περαιτέρω αύξησή της.
Ο κ. Ιωάννου ανέφερε επίσης ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε πρόσθετο συντελεστή δόμησης 5% για ανάπτυξεις με υπόγειους χώρους που θα μπορούν να αξιοποιούνται από την Πολιτική Άμυνα, ενώ σε ό,τι αφορά την έγκαιρη προειδοποίηση είπε ότι μέχρι την υλοποίηση του νέου συστήματος, ενεργοποιήθηκαν ως πρόσθετα μέσα τα SMS και οι ειδοποιήσεις μέσω της εφαρμογής SafeCY.
Παράλληλα, γνωστοποίησε ότι εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο το νομοσχέδιο για τη μετεξέλιξη της Πολιτικής Άμυνας σε Πολιτική Προστασία, με θεσμοθέτηση εθνικού μηχανισμού και Εθνικού Συντονιστή Πολιτικής Προστασίας.
Η Διοικήτρια της Πολιτικής Άμυνας Μαρία Παπά ανέφερε ότι σε περιστατικά όπου εμπλέκεται εχθρική ενέργεια επικεφαλής είναι ο στρατός και ότι η Υπηρεσία λειτουργεί με βάση την ενημέρωση που λαμβάνει από τις αρμόδιες στρατιωτικές αρχές.
Για το περιστατικό στο Ακρωτήρι είπε ότι οι σειρήνες είχαν ήδη ηχήσει, αρκετοί πολίτες είχαν απομακρυνθεί πριν φθάσουν οι υπηρεσίες και όσοι παρέμειναν ενημερώθηκαν για τη δυνατότητα μεταφοράς τους στο ΚΕΝ Λεμεσού, την οποία τελικά δεν επέλεξαν, προτιμώντας κυρίως συγγενικά σπίτια ή, αργότερα, ξενοδοχεία της περιοχής.
Η κ. Παπά είπε ακόμη ότι, σε σχέση με το περιστατικό στο αεροδρόμιο Πάφου, είχε δοθεί οδηγία για εγρήγορση και όχι για εκκένωση των κοινοτήτων. Σε ό,τι αφορά τα αεροδρόμια, ανέφερε ότι διαθέτουν δικά τους πρωτόκολλα, αλλά διαπιστώθηκε ανάγκη επανεξέτασής τους, καθώς σε περίπτωση απειλής η πρώτη ενδεδειγμένη αντίδραση, όπως είπε, θα έπρεπε να είναι η παραμονή εντός εσωτερικού χώρου και όχι η απομάκρυνση σε ανοικτό χώρο.
Ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ Βαλεντίνος Φακοντής έθεσε θέμα για τη διαχείριση ενδεχόμενης εκκένωσης του πολιτικού αεροδρομίου, λόγω της γειτνίασής του με το στρατιωτικό αεροδρόμιο, λέγοντας ότι πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένο σχέδιο για το πώς θα λειτουργεί αυτή η διαδικασία σε ανάλογα περιστατικά.
Παράλληλα, ζήτησε ενημέρωση για τους ελέγχους, τις πιστοποιήσεις και τις βασικές προδιαγραφές των καταφυγίων, σημειώνοντας ότι οι εικόνες που έχουν φτάσει στους Βουλευτές είναι, όπως είπε, «τραγικές».
Ο Βουλευτής του ΔΗΚΟ Πανίκος Λεωνίδου είπε ότι απαιτείται σταδιακή αλλά αποφασιστική τροχιοδρόμηση της επίλυσης των προβλημάτων και ότι, παρότι δεν θεωρεί πως ένα νομοθέτημα από μόνο του θα λύσει το ζήτημα, πρέπει να προωθηθούν χωρίς καθυστέρηση όσα μέτρα μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα. Αναφέρθηκε ειδικά στα καταφύγια, λέγοντας ότι πολλά από όσα χαρακτηρίζονται ως τέτοια δεν είναι στην πράξη λειτουργικά, και τόνισε πως το κράτος οφείλει να λαμβάνει υπόψη τους πολλαπλούς κινδύνους που αντιμετωπίζει η Κύπρος.
Ο Βουλευτής της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος έθεσε ζήτημα πρόνοιας για οργανωμένα καταφύγια σε πολυκατοικίες και πύργους κατά το στάδιο αδειοδότησης, διερωτώμενος αν έχουν τεθεί τέτοιες απαιτήσεις από τις αρμόδιες αρχές. Ανέφερε ότι οι υπόγειοι χώροι που σήμερα λογίζονται ως καταφύγια δεν διαθέτουν τις αναγκαίες υποδομές, όπως νερό, τουαλέτες και βασικές εγκαταστάσεις, και είπε ότι είναι ευκαιρία να οργανωθεί συνολικά το θέμα.
Ο Βουλευτής της ΔΗΠΑ Γιώργος Πενηνταέξ, σε παρέμβασή του αλλά και σε δηλώσεις εκτός αίθουσας, είπε ότι η τελευταία κρίση και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν τη διαχρονική ανεπάρκεια του κυπριακού κράτους στην πολιτική προστασία και ειδικά στα καταφύγια. Ανέφερε ότι το πρόγραμμα καταφυγίων άρχισε μόλις το 1999, δηλαδή 25 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, και ότι μέχρι σήμερα καλύπτεται μόνο το 45% του πληθυσμού, εκφράζοντας αμφιβολία για το πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να φτάσει η κάλυψη στο 70%.
Ο κ. Πενηνταέξ είπε ακόμη ότι μέχρι την ψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την πολιτική προστασία πρέπει να καταβληθούν άμεσες προσπάθειες για να ξεκαθαρίσει πού ακριβώς θα πρέπει να καταφεύγει ο πληθυσμός σε περίπτωση κρίσης. Υποστήριξε ότι οι ιδιώτες πρέπει να δημιουργούν καταφύγια όπου απαιτείται, αλλά πρόσθεσε ότι το ίδιο το κράτος, ακόμη και Υπουργεία και ημικρατικοί οργανισμοί, δεν διαθέτουν επαρκώς εξοπλισμένους χώρους.
Ειδική αναφορά έκανε και στις Βρετανικές Βάσεις, λέγοντας ότι δεν υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση των κατοίκων και ότι απαιτούνται πρωτόκολλα και συνεργασία με τις Βάσεις για τις περιοχές αυτές.
Ο Βουλευτής των Οικολόγων Σταύρος Παπαδούρης είπε ότι το πρόσφατο περιστατικό λειτούργησε ως «wake-up call» και ότι σε μια ημικατεχόμενη χώρα θα έπρεπε να υπάρχουν πρωτόκολλα και τακτικές ασκήσεις, ώστε να ελέγχεται στην πράξη ο βαθμός ετοιμότητας.
Ανέφερε ότι από όσα ακούστηκαν στη συνεδρία, φαίνεται πως σε αρκετές περιπτώσεις έγιναν κυρίως ενημερώσεις, εκφράζοντας την άποψη ότι δεν αρκεί η απλή ενημέρωση, αλλά απαιτείται ενεργοποίηση των πρωτοκόλλων ανά αρμόδιο τμήμα.
Αναφέρθηκε επίσης στην κατάσταση στις Βρετανικές Βάσεις, λέγοντας ότι, όπως διαφάνηκε, ούτε εκεί υπήρχαν επαρκή πρωτόκολλα, ενώ σε ό,τι αφορά τα σχολεία έθεσε ερώτημα κατά πόσο ελέγχθηκαν στην πράξη τα σχετικά σχέδια, με τη Διοικήτρια της Πολιτικής Άμυνας να αναφέρει ότι η ενημέρωση από το Υπουργείο Παιδείας ήταν πως όλα λειτούργησαν ομαλά. Έθεσε ακόμη ερώτημα για το πότε έγινε ο τελευταίος έλεγχος σε χώρους που προορίζονταν για καταφύγια και φαίνεται να άλλαξαν χρήση.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Κοινοτήτων Ανδρέας Κιτρομηλίδης είπε ότι για το συγκεκριμένο περιστατικό η Ένωση δεν είχε πληροφόρηση, καθώς οι επηρεαζόμενες κοινότητες υπάγονται πλέον στον Δήμο Κουρίου, ωστόσο υπογράμμισε ότι πρέπει να εξεταστεί και για τις κοινότητες το ζήτημα των καταφυγίων, ιδιαίτερα όπου δεν υπάρχουν μεγάλοι υπόγειοι χώροι.
Πρόσθεσε ότι η Ένωση επεξεργάζεται μήνυμα προς τις κοινότητες για εντοπισμό διαθέσιμων χώρων και εξετάζει τρόπους άμεσης ειδοποίησης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν σειρήνες.
Μετά το τέλος της συνεδρίας, η Βουλευτής Λευκωσίας Ειρήνη Χαραλαμπίδου προέβη σε δηλώσεις για ξεχωριστό θέμα, που αφορά πρόταση νόμου την οποία κατέθεσε για τη ρύθμιση της δράσης και της προσφοράς των ομάδων εξειδικευμένων εθελοντών. Ανέφερε ότι με την πρόταση αυτή καλύπτεται ένα ουσιαστικό θεσμικό κενό που δημιουργούσε προβλήματα στις σχέσεις των εθελοντικών ομάδων με τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.
Η κ. Χαραλαμπίδου είπε ότι η πρόταση νόμου ρυθμίζει τον τρόπο πιστοποίησης των εξειδικευμένων εθελοντών και τη συνεργασία τους με υπηρεσίες όπως η Πυροσβεστική, το Τμήμα Δασών, η Πολιτική Άμυνα, τα ασθενοφόρα, η Υπηρεσία Θήρας και η Αστυνομία.
Ευχαρίστησε το Υπουργείο Εσωτερικών, τη Νομική Υπηρεσία και τις οκτώ εθελοντικές ομάδες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του κειμένου και εξέφρασε την ελπίδα η πρόταση να οδηγηθεί εντός Μαρτίου στην Ολομέλεια, ώστε, όπως είπε, μέχρι τις 2 Απριλίου να καταστεί νόμος της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με την ίδια, η νομοθεσία προβλέπει πιστοποίηση σε ατομικό επίπεδο με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ιατρικές εξετάσεις, ηλικιακά όρια και αποκλεισμούς για ορισμένα ποινικά αδικήματα, ενώ κάθε εθελοντική ομάδα θα υπάγεται στην αρμόδια υπηρεσία που την πιστοποιεί.
Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από τις εθελοντικές ομάδες, οι οποίες ήδη προσφέρουν σημαντικό έργο, συχνά με δικά τους μέσα και δαπάνες.
Δήμαρχος Κουρίου / Περιγράφει τις πρώτες δραματικές όταν ήχησαν για πρώτη φορά οι σειρήνες «Οι πολίτες ήταν πανικόβλητοι»
Ο Δήμαρχος Κουρίου, Παντελής Γεωργίου, κατέθεσε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών σημαντικές παρατηρήσεις σχετικά με τη διαχείριση της πρόσφατης επίθεσης. Τόνισε την απουσία πρωτοκόλλων για περιστατικά εντός των Βρετανικών Βάσεων, επισημαίνοντας ότι ούτε οι Βρετανοί είχαν προβλέψει την επίθεση. Η έλλειψη δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός των Βάσεων οδήγησε σε χάος τις πρώτες ώρες, καθώς δεν υπήρχε σαφές πλαίσιο ενεργειών. Οι σειρήνες ηχούσαν για ώρες, προκαλώντας πανικό στους πολίτες, ενώ η Πολιτική Άμυνα δεν μπορούσε να παρέμβει λόγω έλλειψης αρμοδιότητας. Επιπλέον, αναδείχθηκε η έλλειψη καταφυγίων και σειρήνων έγκαιρης προειδοποίησης στην περιοχή. Ο Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, ανακοίνωσε την έγκριση νομοσχιδίου για τη μετεξέλιξη της Πολιτικής Άμυνας σε Πολιτική Προστασία. Η συζήτηση στην Επιτροπή επικεντρώθηκε στη δομή και λειτουργία της Πολιτικής Άμυνας, τη συμβολή των εθελοντών και τα προβλήματα στο πρόγραμμα δημιουργίας καταφυγίων. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Άριστος Δαμιανού, υπογράμμισε ότι τα ζητήματα πολιτικής προστασίας και άμυνας απασχολούν διαχρονικά την Επιτροπή, ενώ έθεσε ερωτήματα για τα πρωτόκολλα, τον συντονισμό μεταξύ Υπουργείων και τις διαδικασίες εκκένωσης. Ο κ. Δαμιανού εξέφρασε ανησυχία για τα ελλείμματα στην πολιτική προστασία, αναφέροντας προβλήματα στην ποιότητα, προσβασιμότητα και αριθμητική επάρκεια των καταφυγίων, καθώς και κενά στις διαδικασίες εκκένωσης και συνεργασίας με τις Βρετανικές Βάσεις. Παρά τα προβλήματα, σημείωσε θετικές πρωτοβουλίες από το Υπουργείο, με αναμενόμενο αναθεωρημένο νομοθετικό πλαίσιο εντός Ιουνίου. Εξέφρασε, επίσης, την ανησυχία του για το γεγονός ότι κάποιοι «πιάστηκαν στον ύπνο» όσον αφορά την προστασία των πολιτών. Ο κ. Ιωάννου ανέφερε ότι το πρόγραμμα καταφυγίων ξεκίνησε το 1999 και μέχρι το 2023 κάλυπτε περίπου το 30% του πληθυσμού, κυρίως μέσω εθελοντικής παραχώρησης ιδιωτικών χώρων. Η συζήτηση ανέδειξε την ανάγκη για βελτίωση της ετοιμότητας και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων πολιτικής άμυνας και προστασίας, καθώς και για στενότερη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων φορέων.