Οι δημοσκοπήσεις δεν λένε ποτέ ψέματα αλλά δεν απεικονίζουν πλήρως την πραγματικότητα. Είναι ωστόσο εντελώς ανελαστική και πλήρως δογματική η αντίληψη ότι θα πρέπει να απαξιωθούν, επειδή ουσιαστικά είναι «μια αποτίμηση της στιγμής». Οι δημοσκοπήσεις ωστόσο που πραγματοποιούνται αυτό το διάστημα ενόψει βουλευτικών εκλογών στο εύρος τους και στα ευρήματά τους, έχουν να προσφέρουν μια γενική εικόνα για τις επιδόσεις των κομμάτων. Όταν μάλιστα αυτές οι επιδόσεις καταγράφονται ίσως στο πλέον αμφίσημο και αντιθετικό περιβάλλον, επουδενί μπορούν να υποτιμηθούν.
Είναι πλέον σαφές πως οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις από σειρά εταιριών, στέλνουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου θα αντιδράσουν οι ψηφοφόροι. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει για παράδειγμα, ότι υπάρχει σε εξέλιξη μια μεγάλη μάχη για την πρώτη θέση μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Αυτό ωστόσο δεν αποτελεί, κατά την εκτίμηση πολλών, το σημείο αναφοράς αυτής της αναμέτρησης.
Η πορεία προς τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές διαμορφώνεται σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου τα μεγάλα κόμματα ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κινούνται σε μια ζώνη σχετικής σταθερότητας με βάση τα ποσοστά, αλλά σαφώς, χωρίς δυναμική ουσιαστικής διεύρυνσης. Σχετικής σταθερότητας, επειδή κάνουν μια προσπάθεια με βάση και τις αναγωγές να ξεφύγουν από ένα ποσοστό που θα καταγράφεται ως ιστορικά χαμηλό και για τα δύο κόμματα. Με βάση τα ευρήματα για τα δύο κόμματα, λίγο πάνω από το 20%, ακόμη και κοντά στο 22%, αποτελεί σε αυτή τη χρονική συγκυρία μια πιθανή εξέλιξη. Εν ολίγοις φαίνεται ότι, εντός ενός απίστευτου ρευστού σκηνικού, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αντοχές αλλά την ίδια στιγμή αποτυπώνουν φθορά, σοβαρή αποσυσπείρωση, η οποία διορθώνεται αργά, αλλά με άγνωστο αποτέλεσμα.
Από την άλλη, διαπιστώνεται σε βάρος των μεγάλων μια σταδιακή ενίσχυση δυνάμεων που κινούνται εκτός του παραδοσιακού κομματικού πλαισίου, με το ΕΛΑΜ, αλλά εσχάτως το ΑΛΜΑ και την Άμεση Δημοκρατία να ενσαρκώνουν το βασικό κίνδυνο όχι μόνο για τα μικρά κόμματα που αντιμετωπίζουν υπαρξιακό ζήτημα, αλλά και για τους, έως τώρα μεγάλους ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ αλλά και ΔΗΚΟ, το οποίο επίσης αντιμετωπίζει σοβαρό θέμα συσπείρωσης με αποτέλεσμα να απεμπολεί την ως τώρα παραδοσιακή και κρίσιμη τρίτη θέση στον κομματικό χάρτη.
Αποφεύγουν τα δύσκολα
Στη διάρκεια της παρούσας προεκλογικής και με το αίσθημα ότι έχουμε εμπεδώσει τις κατευθυντήριες γραμμές των κομμάτων σε ένα περιβάλλον με απροσδιόριστο αποτέλεσμα, φαίνεται ότι η δημόσια συζήτηση δείχνει να αποφεύγει τα δύσκολα. Οι τόνοι ανεβαίνουν επικοινωνιακά, αλλά η ουσία παραμένει περιορισμένη. Στην πραγματικότητα εντοπίζεται το βασικό πρόβλημα για τα μεγάλα κόμματα, τα οποία παρά τις προσπάθειές τους με τις τρέχουσες διαφοροποιήσεις τους, συγκλίνουν σε μια κοινή πρακτική, η οποία αφορά την αποφυγή σαφών θέσεων σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα.
Ένα παράδειγμα, για του λόγου το αληθές, είναι η αντίδραση των μεγάλων και των πλέον επιδραστικών κομμάτων στα ζητήματα που άνοιξε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφορικά με τις Βάσεις, αλλά κυρίως με την προσπάθεια του να πλειοδοτήσει με αντιδράσεις του τύπου «αν θέλουν και οι Τουρκοκύπριοι να ενταχθούν στις συζητήσεις με τις βάσεις, θα πρέπει να επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία». Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι το περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης τοποθέτησης, αλλά η ευρύτερη απουσία ξεκάθαρων πολιτικών θέσεων από το σύνολο σχεδόν του κομματικού φάσματος. Και αυτή η απουσία δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα μιας συνειδητής επιλογής ενόψει εκλογών, προς χάρη μιας ασαφούς συσπείρωσης για τα μεγάλα κόμματα.
Ποια τα συμπεράσματα από μια στάση ανυπαρξίας συζητήσεων σε ένα σοβαρότατο ζήτημα, που υπερβαίνει τις όποιες άλλες προσεγγίσεις γιατί αφορά το κυρίαρχο σε αυτό το τόπο; Αυτή η τάση μπορεί να ειδωθεί μέσα από δύο βασικούς άξονες.
Η τακτική της ασάφειας
Ο ένας άξονας αφορά την τακτική της ασάφειας ή της απουσίας αντίδρασης ως πολιτική επιλογή. Αυτό π.χ. έκανε το ΑΚΕΛ το οποίο δεν αντέδρασε, αλλά προτίμησε να αφήσει το ζήτημα να «κοιμηθεί» γιατί δεν είναι «η κατάλληλη στιγμή». Αντίδραση βεβαίως αναμέναμε και από τον ΔΗΣΥ αλλά εκεί τα πράγματα είναι ακόμη πιο σύνθετα και πολλές φορές μη διαχειρίσιμα.
Καθώς οι εκλογές πλησιάζουν, τα κόμματα αποφεύγουν να τοποθετηθούν με σαφήνεια σε ζητήματα υψηλού πολιτικού κόστους. Αντί για καθαρές γραμμές, υιοθετείται μια ρητορική πολλαπλών αναγνώσεων, αρκετά γενική ώστε να μη δεσμεύει, αλλά και αρκετά στοχευμένη ώστε να μην εκθέτει τους εκφραστές της. Είναι ενολίγοις ξεκάθαρο πως μια τέτοια λογική εντάσσεται στο στόχο της ελαχιστοποίησης του ρίσκου. Σε ένα κατακερματισμένο εκλογικό σώμα, όπου μικρές μετακινήσεις μπορούν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα, η αποφυγή σαφών θέσεων θεωρείται ασφαλέστερη από την ανάληψη πολιτικού κόστους. Όμως αυτή η «ασφάλεια» στην πραγματικότητα, μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος των αρχικών στόχων που θέτει ένα κόμμα.
Τα καίρια αδιέξοδα
Η ευρύτερη στάση του ΔΗΣΥ σε αυτή την προεκλογική, το οδηγεί σε μικρά-μικρά αδιέξοδα, σε μια αμηχανία αλλά με κόστος.
Ο ΔΗΣΥ ψάχνει συνεχώς να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο σε μια περίοδο που μοιάζει να θέλει να είναι αντιπολίτευση και ταυτόχρονα συμπολίτευση, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τις δυνάμεις που επέλεξαν άλλο υποψήφιο στις προεδρικές, αλλά ταυτόχρονα να λειάνει τις θέσεις του ώστε να ελαχιστοποιήσει τις διαρροές προς την ακροδεξιά και το ΕΛΑΜ.
Αυτή η γενική στάση του ΔΗΣΥ δεν χρειάζεται μεγάλη επιχειρηματολογία για να επιβεβαιωθεί, αρκεί να δούμε τη στάση του για τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα και πώς αυτή η στάση είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μια διπλής πίεσης που αισθάνεται η ηγεσία του κόμματος. Η τάση το κόμμα να προχωρήσει σε ένα είδος καμουφλαρίσματος των διαχρονικών φιλελεύθερων θέσεων του για τους ΛΟΑΤΚΙ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διπλής πίεσης. Από τη μία, ένα τμήμα του κόμματος επιχειρεί να διατηρήσει μια πιο φιλελεύθερη, ευρωπαϊκού τύπου προσέγγιση και από την άλλη, η ανάγκη συγκράτησης συντηρητικών ψηφοφόρων οδηγεί σε πιο συγκρατημένες ή αμφίσημες τοποθετήσεις. Το αποτέλεσμα είναι πως μια πολιτική που συχνά αποφεύγει να μιλήσει με καθαρότητα, αφήνει χώρο σε πιο ακραίες φωνές να εμφανίζονται ως εκείνες με πιο «ξεκάθαρες» θέσεις υπεράσπισης των ΛΟΑΤΚΙ και της συμπεριληπτικής ατζέντας. Μια τέτοια στάση επομένως αν δεν παράγει διεξόδους και λύσεις οδηγεί στο οφθαλμοφανές που είναι μια βαθιά δυσκολία προσαρμογής σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό περιβάλλον. Και τελικά ενισχύει την εικόνα ενός πολιτικού κόμματος το οποίο αποφεύγει να εκφράζεται σε κρίσιμα ζητήματα.
Καθαρό στίγμα και συνέπειες
Ο άλλος άξονας αφορά τη στρατηγική της ασάφειας, η οποία μπορεί να εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμους εκλογικούς στόχους, μακροπρόθεσμα όμως παράγει αντίθετα αποτελέσματα. Πρώτα και κύρια, ενισχύει την αποχή σε βάρος του κομματικού σχηματισμού. Και αυτό πέραν του γεγονότος ότι ούτως η αλλιώς οι πολίτες δεν διακρίνουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων ή δεν αντιλαμβάνονται σαφείς προτάσεις. Αυτή η πρακτική δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ενίσχυση δυνάμεων εκτός του παραδοσιακού κομματικού πλαισίου. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένης ασάφειας, κερδίζουν πόντους εκείνοι οι οποίοι εκμεταλλεύονται το κενό αποκτώντας ιδιαίτερη πολιτική αξία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δημοσκοπήσεις επιμένουν να κατατάσσουν το ΕΛΑΜ στην τρίτη θέση έστω και με καθοδική τάση, αξιοποιώντας αυτό το κενό.
Όπως επίσης δεν είναι τυχαίο πως μερικών εβδομάδων πολιτικά σχήματα όπως το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία τα οποία, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτουν ακόμη σαφώς διαμορφωμένες ιδεολογικές θέσεις ή ολοκληρωμένες προγραμματικές προτάσεις, καταφέρνουν να διεκδικούν πολιτικό χώρο και μάλιστα με πολλές αξιώσεις. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι η ισχύς τους αυτή καθεαυτή, αλλά η αδυναμία του παραδοσιακού κομματικού συστήματος να τα αντιμετωπίσει πολιτικά.
Αντί να τα αποδομήσει μέσα από ουσιαστική αντιπαράθεση θέσεων, το σύστημα φαίνεται να αιφνιδιάζεται από την παρουσία τους. Εν ολίγοις, όταν τα μεγάλα κόμματα αποφεύγουν να αρθρώσουν καθαρό πολιτικό λόγο, ακόμη και σχήματα με περιορισμένη προγραμματική σαφήνεια ή και με ανυπαρξία τέτοιας σαφήνειας, μπορούν να εμφανίζονται ως εναλλακτική και δημιουργούν επί τούτου, τεράστια ακροατήρια. «Μέχρι πού θα πάει αυτή η βαλίτσα» μένει να το μάθουμε σε λιγότερο από δύο μήνες.
Βουλευτικές εκλογές: Η παγίδα που κρατά σε ομηρία τα μεγάλα κόμματα
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις, αν και δεν αποτυπώνουν πλήρως την πραγματικότητα, παρέχουν μια γενική εικόνα για τις επιδόσεις των κομμάτων ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Παρατηρείται μια σταθερότητα στις επιδόσεις των μεγάλων κομμάτων, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, αλλά χωρίς σημαντική δυναμική διεύρυνσης, με πιθανό ποσοστό γύρω στο 20-22%. Ταυτόχρονα, καταγράφεται μια σταδιακή ενίσχυση μικρότερων κομμάτων, όπως το ΕΛΑΜ, το ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία, που απειλούν την παραδοσιακή δύναμη των μεγάλων κομμάτων. Η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίζεται από την αποφυγή των δύσκολων ζητημάτων από τα μεγάλα κόμματα, με έμφαση στην επικοινωνία και περιορισμένη ουσία. Η συζήτηση αποφεύγει τα κρίσιμα θέματα, ενώ τα κόμματα συγκλίνουν σε μια κοινή πρακτική αποφυγής σαφών θέσεων.