Οι ειδήσεις φτάνουν καθημερινά από τη Μέση Ανατολή με έναν ανατριχιαστικό απολογισμό. Νεκροί, τραυματίες, κατεστραμμένες πόλεις, οικογένειες που ξεριζώνονται μέσα σε λίγες ώρες. Σύμφωνα με διεθνείς ειδησεογραφικές πηγές της 12ης Μαρτίου 2026, οι ανθρώπινες απώλειες από τη σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, με άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, αυξάνονται δραματικά, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κλιμακώνονται και η ένταση απλώνεται σε ολόκληρη την περιοχή.
Κι όμως, όσο σκληρή κι αν είναι αυτή η πραγματικότητα, ο δημόσιος διάλογος σε μεγάλο μέρος των διεθνών και ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από ένα διαφορετικό θέμα: την άνοδο της τιμής του πετρελαίου και τις επιπτώσεις της στα καύσιμα.
Οι τίτλοι δεν μιλούν για παιδιά που σκοτώθηκαν ή για νοσοκομεία που καταστράφηκαν. Μιλούν για βαρέλια πετρελαίου, για χρηματιστηριακές αγορές ενέργειας και για το πόσο θα κοστίζει η βενζίνη στο επόμενο γέμισμα του ρεζερβουάρ.
Έτσι, η τραγωδία ενός πολέμου μεταφράζεται συχνά σε οικονομικό δείκτη. Η ανθρώπινη ζωή μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στην καμπύλη των αγορών ενέργειας. Σαν να μετριέται η ένταση της σύγκρουσης όχι με βάση τους νεκρούς, αλλά με βάση τα δολάρια ανά βαρέλι.
Το αποτέλεσμα είναι μια επικίνδυνη μετατόπιση της προσοχής: από την ανθρώπινη καταστροφή προς την οικονομική ανησυχία. Και κάπου εκεί, μέσα στον θόρυβο των αγορών και των αναλύσεων, οι πραγματικοί πρωταγωνιστές του πολέμου — οι άνθρωποι που χάνουν τη ζωή τους — κινδυνεύουν να γίνουν απλώς μια υποσημείωση.
Γιατί όταν ο πόλεμος μετατρέπεται κυρίως σε συζήτηση για καύσιμα, τότε ίσως δεν χάνεται μόνο η ειρήνη. Χάνεται και η ίδια η κλίμακα των αξιών με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ανθρώπινη τραγωδία.
Το ερώτημα ωστόσο, παραμένει: πώς είναι δυνατόν ένας πόλεμος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά να επηρεάζει μέσα σε λίγες ώρες τις τιμές καυσίμων και φυσικού αερίου ακόμη και στην ελληνική αγορά;
Πηγές προμήθειας φυσικού αερίου.
Εν έτει 2026,η Ελλάδα τροφοδοτείται με δύο τρόπους, οι οποίοι ουσιαστικά διαφέρουν στη μορφή μεταφοράς και το σημείο εισόδου, αφού το περιεχόμενο παραμένει το ίδιο καύσιμο:
- Αέριο μέσω αγωγών («ατόφιο»): Φτάνει στη χώρα σε αέρια μορφή μέσω του δικτύου αγωγών. Τα κύρια σημεία εισόδου είναι το Σιδηρόκαστρο (από Ρωσία μέσω Βουλγαρίας) και η Νέα Μεσημβρία (από Αζερμπαϊτζάν μέσω του αγωγού TAP).
- Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο (LNG): Μεταφέρεται με ειδικά δεξαμενόπλοια σε υγρή μορφή. Φτάνει κυρίως στον τερματικό σταθμό της Ρεβυθούσας και στο νέο FSRU της Αλεξανδρούπολης, όπου ξαναγίνεται αέριο για να διοχετευθεί στο δίκτυο.
Χώρες προέλευσης:
- Το αέριο των αγωγών είναι πλέον κυρίως Ρωσικό και Αζέρικο.
- Το LNG προέρχεται κυρίως από τις ΗΠΑ, την Αλγερία και άλλες χώρες.
Με βάση τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς ενέργειας, οι βασικοί προμηθευτές είναι οι εξής:
- ΗΠΑ – περίπου 35-40% των συνολικών εισαγωγών.
- Ρωσία – περίπου 25-30% των εισαγωγών.
- Αζερμπαϊτζάν – περίπου 10-15% των εισαγωγών.
- Αλγερία – περίπου 5-10%.
- Νορβηγία – περίπου 3-5%, επίσης μέσω φορτίων LNG.
- Νιγηρία – περίπου 2-4%, με μικρότερα φορτία LNG.
Σε ό,τι αφορά τον καταμερισμό της κατανάλωσης ανά χρήση τον μήνα Ιανουάριο του 2026, ο ηλεκτρισμός παρέμεινε ο μεγαλύτερος «καταναλωτής» με 61.9%· ακολούθησαν τα δίκτυα (κατοικίες) με 28.1% και τελευταία η βιομηχανία με 9.96%.
Όταν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας απαιτείται φυσικό αέριο, το οποίο μάλιστα εισάγεται, είναι αναπόφευκτο να υπάρχει εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της τιμής του. Στη σημερινή συγκυρία, ο πόλεμος εκτοξεύει τις τιμές τόσο του φυσικού αερίου όσο και του LNG.Από τις έξι χώρες προέλευσης του αερίου, μόνο οι ΗΠΑ και το Αζερμπαϊτζάν επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από τη σύγκρουση. Ωστόσο, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου καθορίζονται από παγκόσμιους δείκτες και όχι από τις χώρες παραγωγής.
Η λύση –που έχει ειπωθεί πολλές φορές– βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στα χέρια μας: η αξιοποίηση του λιγνίτη μας.
Μια τέτοια επιλογή όχι μόνο θα «πάγωνε» την επικείμενη αύξηση των τιμών, αλλά θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε μείωσή τους, σε συνδυασμό με τη χρήση ΑΠΕ.
Πηγές προμήθειας πετρελαίου.
Η Ελλάδα εισάγει σχεδόν το σύνολο του αργού πετρελαίου που καταναλώνει, κυρίως από το Ιράκ, το Καζακστάν και τη Λιβύη (σχεδόν το 70% του συνόλου των εισαγωγών), ενώ μικρότερες ποσότητες προέρχονται από τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο, τη Νορβηγία και τις Ηνωμένες Πολιτείες (πηγή: https://trendeconomy.com/).
Τα ποσοστά εισαγωγής πετρελαίου για τις τρεις πρώτες χώρες προέλευσης είναι:
- Ιράκ – 37%
- Καζακστάν – 22%
- Λιβύη – 14.8%
Από τους τρεις βασικούς προμηθευτές πετρελαίου της Ελλάδας, μόνο το Ιράκ επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από την πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ η Λιβύη και το Καζακστάν επηρεάζονται κυρίως μέσω των διεθνών ενεργειακών αγορών.
Παραλαβή πετρελαίου από τα ελληνικά διυλιστήρια.
Αφού λοιπόν εξορυχτεί το αργό πετρέλαιο, πωλείται στη διεθνή αγορά και μεταφέρεται κυρίως με δεξαμενόπλοια μέσω θαλάσσιων οδών, όπως το Στενό του Ορμούζ, η Διώρυγα του Σουέζ και το Στενό του Γιβραλτάρ. Στην Ελλάδα το αργό πετρέλαιο φτάνει σε διυλιστήρια εταιρειών όπως η HellenicEnergy και η MotorOilHellas, όπου μετατρέπεται σε καύσιμα, όπως βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης.
Οι τιμές διαμορφώνονται στις διεθνείς αγορές βάσει δεικτών, όπως το BrentCrude, ενώ στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής προστίθενται το κόστος διύλισης, μεταφοράς, εμπορίας και οι φόροι. Έτσι, η τιμή των καυσίμων επηρεάζεται τόσο από τις διεθνείς αγορές ενέργειας όσο και από την εγχώρια φορολογία.
Στην Ελλάδα λειτουργούν τέσσερα μεγάλα διυλιστήρια πετρελαίου, τα οποία αποτελούν τον βασικό πυλώνα της εγχώριας διύλισης καυσίμων. Τρία από αυτά βρίσκονται στον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα και τη Θεσσαλονίκη και ανήκουν στον όμιλο HELLENiQ ENERGY (πρώην Ελληνικά Πετρέλαια), ενώ το τέταρτο βρίσκεται στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας και ανήκει στη MotorOilHellas. (IEA, 2023· HELLENiQ ENERGY, 2024).
Το αργό πετρέλαιο είναι ένα προϊόν που αγοράζεται και πωλείται καθημερινά στη διεθνή αγορά, όπως συμβαίνει με πολλά άλλα βασικά εμπορεύματα. Η τιμή του καθορίζεται από μεγάλους διεθνείς δείκτες, όπως το BrentCrudeOil και το WestTexasIntermediate, και επηρεάζεται από παράγοντες όπως η παραγωγή των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, οι αποφάσεις του OrganizationofthePetroleumExportingCountries (OPEC), οι γεωπολιτικές εντάσεις ή πόλεμοι και η παγκόσμια ζήτηση για ενέργεια.
Στην πράξη, το πετρέλαιο δεν το αγοράζει το κράτος μας, αλλά μεγάλες ενεργειακές εταιρείες και διυλιστήρια. Στην Ελλάδα τον βασικό ρόλο έχουν οι εταιρείες HellenicPetroleum και MotorOilHellas, οι οποίες αγοράζουν αργό πετρέλαιο από χώρες παραγωγής, το μεταφέρουν με δεξαμενόπλοια στα ελληνικά διυλιστήρια και εκεί το επεξεργάζονται για να παραχθούν καύσιμα όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο που φτάνουν τελικά στα πρατήρια. Η τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής για τα καύσιμα στο πρατήριο αποτελείται από τρία βασικά μέρη. Το μεγαλύτερο ποσοστό, περίπου 55-60%, είναι φόροι προς το κράτος, κυρίως ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) και ο ΦΠΑ 24%. Περίπου το 30-35% της τιμής αντιστοιχεί στο κόστος του καυσίμου που πωλούν τα διυλιστήρια και το οποίο επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Το υπόλοιπο 5-10% αφορά το περιθώριο κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων καυσίμων.
Προτεινόμενες λύσεις που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ώστε να μειώσουν την επιβάρυνση των καταναλωτών, είναι:
- Πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στην αλυσίδα καυσίμων.
Το κράτος μπορεί να θέσει ανώτατο όριο στο ποσοστό κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηρίων, ώστε να αποφεύγονται υπερβολικές αυξήσεις.
Όφελος: Αν το περιθώριο κέρδους περιοριστεί ακόμη και κατά λίγα λεπτά ανά λίτρο, η τιμή της βενζίνης μπορεί να μειωθεί άμεσα κατά 0,05–0,10 € ανά λίτρο.
- Προσωρινή μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα
Ο ΦΠΑ σήμερα είναι 24% και προστίθεται πάνω στην τελική τιμή. Η μείωσή του -στο 13% – θα μείωνε άμεσα την τιμή στο πρατήριο.
Όφελος: Σε τιμή βενζίνης για παράδειγμα 1,90 € το λίτρο, η μείωση του ΦΠΑ θα μπορούσε να μειώσει την τιμή κατά περίπου 0,10–0,15 € το λίτρο.
- Φθηνότερα μέσα μαζικής μεταφοράς
Η μείωση της τιμής των εισιτηρίων ή ειδικές κάρτες μετακίνησης μπορούν να ενθαρρύνουν περισσότερους πολίτες να αφήσουν το αυτοκίνητο.
Όφελος: Αν ένας εργαζόμενος αφήσει το αυτοκίνητο και χρησιμοποιεί μετρό ή λεωφορείο, μπορεί να εξοικονομήσει 50–100 € τον μήνα σε καύσιμα.
- Ενίσχυση της τηλεργασίας
Σε περιόδους τέτοιας ενεργειακής κρίσης, η δυνατότητα εργασίας από το σπίτι μειώνει τις καθημερινές μετακινήσεις.
Όφελος: Ένας εργαζόμενος που δεν μετακινείται 2-3 ημέρες την εβδομάδα μπορεί να μειώσει την κατανάλωση καυσίμου έως και 30-40% τον μήνα. Επίσης υπάρχουν συμπολίτες μας που ο τόπος εργασίας τους είναι μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Εκεί η λύση της τηλεργασίας κρίνεται επιβεβλημένη.
- Μείωση της χρήσης φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή
Στην Ελλάδα περίπου 61,9% του φυσικού αερίου χρησιμοποιείται για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας και η αξιοποίηση υδροηλεκτρικών μονάδων μπορούν να περιορίσουν την ανάγκη εισαγωγής ακριβού καυσίμου. Ο επαναπροσδιορισμός της χρήσης του λιγνίτη, εκτιμάται ως μια λύση – στην παρούσα φάση – σημαντική.
Όφελος: Όσο λιγότερο φυσικό αέριο χρειάζεται για την παραγωγή ρεύματος, τόσο μειώνεται η πίεση στις διεθνείς αγορές ενέργειας και κατ’ επέκταση στις τιμές καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας.
Γράφουν οι Οικονομολόγοι Μάριος Παπαευσταθίου και Παναγιώτης Λαμπρόπουλος
Philenews
Από τη γεωπολιτική κρίση στην αντλία καυσίμων: Πώς οι πόλεμοι αναδιαμορφώνουν τις τιμές της ενέργειας
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, με την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανθρώπινων απωλειών. Ωστόσο, η διεθνής και ευρωπαϊκή ενημέρωση επικεντρώνεται στην άνοδο της τιμής του πετρελαίου και στις επιπτώσεις της στα καύσιμα, υποβαθμίζοντας την ανθρώπινη τραγωδία. Ο πόλεμος μεταφράζεται σε οικονομικό δείκτη, με την ανθρώπινη ζωή να υποχωρεί μπροστά στις αγορές ενέργειας. Η Ελλάδα τροφοδοτείται με φυσικό αέριο μέσω αγωγών (Ρωσία, Αζερμπαϊτζάν) και υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΗΠΑ, Αλγερία). Η αύξηση των τιμών επηρεάζει άμεσα την ελληνική αγορά, καθώς η χώρα εξαρτάται από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.