- Σε μια κοινωνία όπου η βία κατά των γυναικών παραμένει συχνά αθέατη, η σιωπή δεν είναι επιλογή αλλά αποτέλεσμα φόβου, εξάρτησης και θεσμικής ανεπάρκειας.
- Η χαμηλή καταγγελία και η απόσυρση υποθέσεων δεν αναιρούν τη βία· αποκαλύπτουν τα όρια ενός συστήματος που αποτυγχάνει να προστατεύσει. Κάθε σιωπηλή υπόθεση βίας δεν είναι μια υπόθεση που «δεν συνέβη». Είναι μια υπόθεση που δεν άντεξε να ακουστεί.
- Η ουσιαστική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας προϋποθέτει ασφαλείς μηχανισμούς καταγγελίας, άμεση προστασία των θυμάτων, οικονομική και ψυχοκοινωνική στήριξη, αλλά και μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή.
Της Ελένης Κωνσταντίνου
Μόνο μία στις οκτώ γυναίκες που υφίστανται βία καταφεύγει τελικά στην Αστυνομία. Το στοιχείο αυτό, που προκύπτει από δεδομένα του Συμβουλίου της Ευρώπης, δεν αποτυπώνει απλώς μια αριθμητική πραγματικότητα, αποκαλύπτει ένα βαθύ κοινωνικό ρήγμα, όπου ο φόβος, η εξάρτηση και η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς οδηγούν χιλιάδες θύματα στη σιωπή.
Η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη. Όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή συχνά δεν καταγράφεται. Πίσω από κάθε μη καταγγελθέν περιστατικό κρύβεται μια σύνθετη αλυσίδα παραγόντων που καθιστούν την προσφυγή στη Δικαιοσύνη μια επώδυνη επιλογή.
Η απόσυρση καταγγελιών: ένα παρεξηγημένο φαινόμενο
Ακόμη πιο παρεξηγημένο είναι το φαινόμενο της απόσυρσης καταγγελιών. Η υπαναχώρηση ενός θύματος συχνά εκλαμβάνεται από την κοινή γνώμη και δυστυχώς ενίοτε και από επαγγελματίες του συστήματος ως ένδειξη υπερβολής ή αναλήθειας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο και συχνό φαινόμενο, που δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση τη βία που έχει προηγηθεί.
Οι λόγοι είναι πολλοί: πιέσεις από το οικογενειακό περιβάλλον, υποσχέσεις «μεταμέλειας» από τον δράστη, φόβος κλιμάκωσης της βίας, οικονομική ανασφάλεια ή εξάντληση από μια μακρά και ψυχοφθόρα δικαστική διαδικασία. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα θύματα αισθάνονται ότι το σύστημα δεν μπορεί –ή δεν θέλει– να τα προστατεύσει επαρκώς.
Η εμπειρία της καταγγελίας δεν είναι πάντοτε λυτρωτική. Αντίθετα, πολλές γυναίκες μιλούν για «δευτερογενή θυματοποίηση»: επαναλαμβανόμενες καταθέσεις, αμφισβητήσεις, καθυστερήσεις, ελλιπή μέτρα προστασίας. Όταν το θύμα αισθάνεται ότι πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει την αξιοπιστία του, η ψυχική επιβάρυνση γίνεται δυσβάσταχτη.
Η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης σε αστυνομικούς και δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και οι περιορισμένες δομές υποστήριξης, εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η σιωπηλή αποχώρηση του θύματος από τη διαδικασία.
Η χαμηλή καταγγελία και η απόσυρση υποθέσεων δεν είναι «πρόβλημα των θυμάτων». Είναι ένδειξη θεσμικών και κοινωνικών ελλειμμάτων. Όσο η ευθύνη μετατοπίζεται στις γυναίκες που «δεν μίλησαν» ή «άλλαξαν γνώμη», η βία διαιωνίζεται και οι δράστες ενισχύονται από την ατιμωρησία.
Η ουσιαστική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας προϋποθέτει ασφαλείς μηχανισμούς καταγγελίας, άμεση προστασία των θυμάτων, οικονομική και ψυχοκοινωνική στήριξη, αλλά και μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή. Μια κοινωνία που ακούει χωρίς να κρίνει και που πιστεύει χωρίς να ζητά αποδείξεις πόνου. Γιατί κάθε σιωπηλή υπόθεση δεν είναι μια υπόθεση που «δεν συνέβη». Είναι μια υπόθεση που δεν άντεξε να ακουστεί.
Απουσία επαρκών μηχανισμών στήριξης
Δυστυχώς, οι γυναίκες στην Κύπρο ζουν σε δυσμενείς συνθήκες. Αυτό είναι που καταγράφουν οι σχετικοί δείκτες, με τον πρόσφατο Ευρωπαϊκό Δείκτη για την Ισότητα των Φύλων να κατατάσσει τη χώρα μας στην τελευταία θέση, επισημαίνει από την πλευρά της η ΓΓ της ΠΟΓΟ, Ελένη Ευαγόρου. «Μεγάλο ποσοστό των γυναικών στην Κύπρο βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν έντονα τα έμφυλα στερεότυπα και τις πατριαρχικές αντιλήψεις και βρίσκονται καθημερινά εκτεθειμένες σε ένα κράτος το οποίο έχει φορτώσει σε αυτές τις ευθύνες της φροντίδας, των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ατόμων με αναπηρίες, με αποτέλεσμα να βρίσκονται ολοένα και περισσότερο περιορισμένες στην ιδιωτική ζωή, να υποεκπροσωπούνται στο πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής δράσης, να υποαπασχολούνται, να εργάζονται σε υποτιμημένα επαγγέλματα και να αμείβονται πολύ λιγότερα από τους άντρες. Όλα αυτά βέβαια εντοπίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό στις γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων, τις φτωχές, τις μονογονιούς, τις λιγότερο προνομιούχες».
Με αυτά τα δεδομένα είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς ότι υπάρχει και μεγάλο πρόβλημα αναφορικά με τη βία κατά των γυναικών. Οι γυναίκες βρίσκονται συχνά, όπως σημειώνει η Ελένη Ευαγόρου, αντιμέτωπες με σεξιστικές συμπεριφορές, οι οποίες μετατρέπονται σε έμφυλη βία κάθε μορφής. Την ίδια στιγμή, είναι ανύπαρκτες οι εκστρατείες καταπολέμησης της βίας, δεν υπάρχουν επαρκείς δομές προστασίας και στήριξης των κακοποιημένων γυναικών. «Οι διαδικασίες επιβολής του νόμου είναι ανεπαρκείς, ενώ η απονομή της δικαιοσύνης έχει μεγάλες καθυστερήσεις και κενά που επαναθυματοποιούν τις γυναίκες. Σε αυτό το πλαίσιο πολλές είναι εκείνες που αποσύρουν τελικά τις καταγγελίες τους για διαφόρους λόγους. Είτε είναι οικονομικά εξαρτημένες, είτε φοβούνται, είτε δέχονται πιέσεις από το οικείο περιβάλλον. Χρειάζεται ωστόσο να αναγνωρίζουμε την ευαλωτότητα των θυμάτων και να λαμβάνουμε τα κατάλληλα μέτρα έτσι ώστε να νιώθουν βέβαιες και ασφαλείς για να βρεθούν ενώπιον των δικαστηρίων απέναντι από τους κακοποιητές τους. Με άλλα λόγια, οι θύτες έχουν προβάδισμα έναντι στα θύματα καθώς το σύστημα λειτουργεί θέτοντας ολοένα και περισσότερα εμπόδια στις καταγγέλλουσες. Θέλω να σημειώσω πως η έμφυλη βία είναι όντως ένα οριζόντιο πρόβλημα καθώς υπάρχει σε όλες τις κοινωνικές τάξεις ή ομάδες ανθρώπων. Ωστόσο, η βία είναι πιο ωμή, πιο αιχμηρή, εκεί και όπου τα θύματα βρίσκονται εγκλωβισμένα, σε σχέσεις εξάρτησης με τους κακοποιητές τους. Υπάρχουν περιπτώσεις μεταναστριών που παραμένουν με τους κακοποιητές τους γιατί δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο και σπίτι. Υπάρχουν γυναίκες οι οποίες είναι οικονομικά εξαρτημένες, δεν μπορούν να μεγαλώσουν μόνες τους τα παιδιά τους, δεν μπορούν να πληρώσουν τα έξοδα που απαιτούνται για δικηγόρους κ.τ.λ. Η απουσία κοινωνικού κράτους εντείνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα».
Χρειάζεται πολιτική βούληση, κονδύλια και έλεγχος
Οι λύσεις σε όλα αυτά τα προβλήματα, τονίζει η Ελένη Ευαγόρου, εντοπίζονται στην ουσιαστική εφαρμογή του σχετικού νόμου. «Χρειάζεται όμως πολιτική βούληση, προϋπολογισμοί, εφαρμογή και έλεγχος όσων προνοούνται. Δυστυχώς, ο τρόπος που εφαρμόζεται η νομοθεσία είναι ελλιπής και είναι πολλά όσα χρειάζεται να γίνουν. Χρειάζεται καταρχάς συντονισμός ανάμεσα στους αρμόδιους φορείς, καθώς και καταγραφή σε κοινή βάση δεδομένων όλων των περιπτώσεων βίας, έτσι ώστε να μπορούμε να σχεδιάσουμε στρατηγικές αντιμετώπισης. Χρειάζεται επίσης εκπαίδευση όλων των αρμόδιων φορέων, από τους λειτουργούς πρώτης γραμμής στα νοσοκομεία, στην Αστυνομία, στις Κοινωνικές Υπηρεσίες, μέχρι και τους δικαστές που εξετάζουν τις υποθέσεις. Είναι απαραίτητη η ενίσχυση των δομών στήριξης των θυμάτων, τόσο με υποδομές όσο και με ανθρώπινο δυναμικό. Εξίσου μεγάλης σημασίας είναι και η δημιουργία ενδιάμεσων δομών όπου οι καταγγέλλουσες θα μπορούν να ζήσουν ασφαλείς και να ακολουθήσουν προγράμματα που θα βοηθήσουν την ομαλή επανένταξή τους στην κοινωνία. Πέρα και πάνω από όλα χρειάζεται να εργαστούμε ως κράτος στον τομέα της πρόληψης, ήδη από την προσχολική ηλικία, εντάσσοντας στα σχολεία ποιοτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση των έμφυλων ανισοτήτων και την καλλιέργεια συνείδησης και σεβασμού».
Ανεπάρκεια επιβολής του νόμου και καθυστερημένες δικαστικές διαδικασίες για θέματα έμφυλης βίας
Η έμφυλη βία στην Κύπρο παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα, με χαμηλά ποσοστά καταγγελίας και συχνές περιπτώσεις απόσυρσης υποθέσεων. Μόνο μία στις οκτώ γυναίκες που υφίστανται βία καταφεύγουν στην Αστυνομία, λόγω φόβου, εξάρτησης και έλλειψης εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η απόσυρση καταγγελιών δεν οφείλεται σε αναλήθεια, αλλά σε πιέσεις από το περιβάλλον, υποσχέσεις μεταμέλειας, φόβο κλιμάκωσης της βίας ή οικονομική ανασφάλεια. Η εμπειρία της καταγγελίας μπορεί να οδηγήσει σε «δευτερογενή θυματοποίηση», με επαναλαμβανόμενες καταθέσεις και αμφισβητήσεις. Η έλλειψη εξειδικευμένης εκπαίδευσης των αστυνομικών και δικαστικών λειτουργών και η περιορισμένη στήριξη στα θύματα επιδεινώνουν το πρόβλημα. Η συγγραφέας τονίζει την ανάγκη για ασφαλείς μηχανισμούς καταγγελίας, άμεση προστασία, οικονομική και ψυχοκοινωνική στήριξη, καθώς και μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή.
You Might Also Like
Η ομάδα Street Work μια «αγκαλιά» για τους άστεγους της Αθήνας
Δεκ 25
Έλενα Περικλέους: «Είναι μια θέση ευθύνης με ηθικό βάρος»
Δεκ 28
Το 2026 και οι προκλήσεις μιας αβέβαιης εποχής - Νέα χρονιά με εκκρεμότητες, συσσωρευμένες πιέσεις και κρίσιμα διλήμματα
Ιαν 1
(Αν)ισότητα φύλων: Ατύχημα ή πολιτική επιλογή;
Ιαν 6
Τα 10 κορυφαία πολυτελή χειμερινά θέρετρα στον κόσμο
Ιαν 10