Του Φρίξου Βρυωνίδη*
Όταν το περασμένο καλοκαίρι το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν το Ιράν και ισχυρίστηκαν ότι είχαν καταστρέψει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας, ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε περιχαρής ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είχε «πλήρως και ολοκληρωτικά εξολοθρευτεί» («completely and totally obliterated»). Μερικούς μήνες αργότερα, και ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με το Ιράν στο Ομάν, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν νέα επίθεση εναντίον του. Αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερη σφοδρότητα, οργάνωση και έκταση.
Βρισκόμαστε ήδη στη δέκατη τρίτη ημέρα της σύγκρουσης. Και όλα δείχνουν ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις επεκτείνονται γεωγραφικά και χρονικά, χωρίς να μπορεί κανείς να προβλέψει μέχρι πού θα φτάσει αυτή η κλιμάκωση και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει, από την περιφερειακή ασφάλεια μέχρι την παγκόσμια οικονομία και τις ενεργειακές αγορές.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, εύλογα αναρωτιέται κανείς: γιατί; Ποια είναι η αιτία της νέας επίθεσης και πώς αυτή δικαιολογείται, εάν πράγματι η προηγούμενη δήλωση του καλοκαιριού αντανακλούσε την πραγματικότητα; Άραγε το Ιράν ξαναέχτισε εκ του μηδενός νέο πυρηνικό πρόγραμμα μέσα σε λίγους μήνες; Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική. Και η απάντηση στο «γιατί» παραμένει σήμερα εξίσου αβέβαιη όσο ήταν και πριν από δεκατρείς ημέρες.
Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν αποτελεί ένα αυταρχικό και καταπιεστικό σύστημα εξουσίας που καταπατά θεμελιώδη δικαιώματα και καταπνίγει κάθε μορφή πολιτικής ελευθερίας. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει το βασικό ζήτημα που τίθεται: τη νομιμότητα της στρατιωτικής επίθεσης και της χρήσης βίας.
Από νομική σκοπιά, το πλαίσιο είναι σαφές. Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών απαγορεύει τη χρήση βίας μεταξύ κρατών, με μόνη βασική εξαίρεση την άσκηση αυτοάμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 51. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε καμία τέτοια επίθεση από το Ιράν εναντίον των ΗΠΑ ή του Ισραήλ. Σύμφωνα με τη σχετική θεωρία του διεθνούς δικαίου, η νόμιμη άμυνα μπορεί κατ’ εξαίρεση να έχει και προληπτικό χαρακτήρα. Προϋποθέτει όμως τουλάχιστον την ύπαρξη μιας άμεσα επικείμενης και συντριπτικής απειλής, σε βαθμό που να μην υπάρχει άλλος χρόνος ή μέσο αποτροπής. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονταν σε διαδικασία διαπραγματεύσεων - κάτι που δύσκολα συνάδει με την εικόνα μιας άμεσης και αναπόφευκτης απειλής που να δικαιολογεί τη χρήση βίας. Υπό αυτά τα δεδομένα, η στρατιωτική αυτή επίθεση συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Έχουμε άραγε την πολυτέλεια να «ξεγράψουμε» το διεθνές δίκαιο;
Ιδίως από την οπτική μιας χώρας όπως η Κύπρος, που εδώ και μισό αιώνα επικαλείται το διεθνές δίκαιο για να αναδείξει την παράνομη εισβολή που υπέστη το 1974. Είναι - αν μη τι άλλο - ασυνεπές να αποφεύγουμε την ουσία του ζητήματος και να προσεγγίζουμε τέτοια θέματα με το γνώριμο «ναι μεν, αλλά». Διότι όταν αποδεχόμαστε σιωπηρά παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου αλλού, αποδυναμώνουμε το ίδιο το επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται η θέση μας για το Κυπριακό.
Αλλά ακόμη και αν αφήναμε στην άκρη το Κυπριακό, το ζήτημα αξίζει να ιδωθεί και μέσα από τα μάτια κάθε πολίτη αυτού του κόσμου. Τα κράτη και οι κοινωνίες οικοδόμησαν με κόπο, θυσίες και αίμα το σύστημα κανόνων που σήμερα ονομάζουμε διεθνές δίκαιο. Ακριβώς για να περιορίσουν την επιβολή του «δικαίου του ισχυρού».
Έχουμε πλήρη επίγνωση ότι οι κανόνες αυτοί είναι ατελείς και ότι συχνά δεν υπάρχουν επαρκή μέσα για να επιβληθούν. Αλλά ας είναι ξεκάθαρο: αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για έναν στοιχειωδώς σταθερό και ασφαλή κόσμο.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για τους κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν είναι θεωρητική ούτε ακαδημαϊκή. Έχει άμεση σχέση με το πώς οργανώνεται η διεθνής τάξη και με το αν τα μικρότερα κράτη μπορούν να αισθάνονται ασφαλή μέσα σε αυτή.
Σε αυτό το πλαίσιο, αν υπάρχει σήμερα μια πραγματική ελπίδα, αυτή βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην προοπτική να εξελιχθεί σε μια πραγματικά αυτόνομη ένωση, με ενιαία φωνή στην εξωτερική πολιτική και στην ασφάλεια. Για τα μικρά κράτη - και για τους πολίτες αυτού του κόσμου - το διεθνές δίκαιο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μόνη πραγματική εναλλακτική απέναντι στον νόμο του ισχυρού. Και αν θέλουμε έναν κόσμο κανόνων και όχι έναν κόσμο ισχύος, τότε η Ευρώπη οφείλει να βρει τη δική της φωνή και το θάρρος να τη χρησιμοποιήσει.
*Δικηγόρος - Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας με το VOLT
Έχουμε την πολυτέλεια να «ξεγράψουμε» το διεθνές δίκαιο;
Το άρθρο εξετάζει την πρόσφατη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και θέτει ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητά της βάσει του διεθνούς δικαίου. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι δεν υπήρξε προηγούμενη ένοπλη επίθεση από το Ιράν εναντίον των ΗΠΑ ή του Ισραήλ που να δικαιολογεί τη χρήση βίας, και ότι η προληπτική άμυνα απαιτεί άμεση και συντριπτική απειλή, η οποία δεν φαίνεται να υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση. Επιπλέον, τονίζεται η ασυνέπεια της αποδοχής παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου από ορισμένες χώρες, όταν αυτές οι ίδιες επικαλούνται το διεθνές δίκαιο για την προάσπιση των δικών τους συμφερόντων, όπως η Κύπρος στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής. Ο συγγραφέας αναρωτιέται αν υπάρχει η πολυτέλεια να αγνοηθεί το διεθνές δίκαιο, υπογραμμίζοντας τις αρνητικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια προσέγγιση.