Καθώς οι διεθνείς θεσμοί αποδυναμώνονται, η διπλωματία καρκινοβατεί και ο εθνικισμός γιγαντώνεται, οι λάθος υπολογισμοί γίνονται πιο πιθανοί, το ίδιο ένας γενικευμένος πόλεμος στον 21ο αιώνα
Μπορεί στις ευχές όλων -ή έστω των περισσότερων- για τον νέο χρόνο να συμπεριλαμβάνεται η ειρήνη, όμως ο πόλεμος είναι παρών και η προοπτική γενίκευσής του γίνεται πιο πιθανή σε έναν κόσμο όλο και πιο ασταθή.
Στη διχασμένη Δύση της εποχής Τραμπ 2.0, η ανησυχία περισσεύει για το ενδεχόμενο ενός διπλού εξ ανατολών μετώπου, με συνέχιση και πιθανή διάχυση του πολέμου στην Ουκρανία, στο φόντο ενός διπλωματικά θολού τοπίου, και τυχόν παράλληλη επίθεση της Κίνας στην Ταϊβάν.
Σε μια πολεμοχαρών τόνων ομιλία του τις προάλλες, στο Βερολίνο, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, δεν άφησε πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Διατυπωμένη από τα χείλη του επικεφαλής μιας στρατιωτικής συμμαχίας των 32 δυτικών κρατών, η προειδοποίηση φαντάζει περισσότερο με ηαυτοεκπληρούμενη προφητεία, παρά απήχηση του λατινικού ρητού «αν θέλεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο».
«Οι στρατηγικές προοπτικές για το 2026 δεν προσφέρουν καμία ανάπαυλα από την αστάθεια, καθώς οι ζώνες σταθερότητας συρρικνώνονται και οι αμφισβητούμενες περιοχές επεκτείνονται -από την Αρκτική έως την ανοικτή θάλασσα και από τον κυβερνοχώρο έως τον ίδιο τον διαστημικό χώρο», επισημαίνει σε ανάλυση ο Χένρι Γουίλκινσον, επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών στην Dragonfly, εταιρεία συμβούλων γεωπολιτικού κινδύνου.
«Η μακροπρόθεσμη μετάβαση σε μια πιο άναρχη παγκόσμια τάξη επιταχύνεται», εκτιμά.
Το σκηνικό συνδιαμορφώνουν οι αποδυνάμωση των διεθνών θεσμών, η κλιμάκωση της γεωστρατηγικής και γεωοικονομικής αντιπαλότητας, η άνοδος του εθνικισμού και η ευθεία αμφισβήτηση της βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης μετά την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Συγκρούσεις, όπως ο συνεχιζόμενος πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας -προειδοποίησε τις προάλλες ο Αμερικανός πρόεδρος- μπορούν να καταλήξουν «σε Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν όλοι συνεχίσουν να παίζουν παιχνίδια».
Λίγες ημέρες μετά, σε μια επίδειξη ισχύος, διέταξε την επιχείρηση «Απόλυτη Αποφασιστικότητα» στην πετρελαιοπαραγωγό Βενεζουέλα, θέτοντας σε εφαρμογή το νέο «δόγμα Τραμπ».
Ο Τραμπ, η ειρήνη και ο πόλεμος
«Η παρωχημένη στρατηγική του Τραμπ μας βάζει σε τροχιά προς τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο» προειδοποιεί σε άρθρο γνωμης στους New York Times ο Γκρεγκ Γκράντιν, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ.
Ήδη με τη δεύτερη προεδρία Τραμπ στις ΗΠΑ εμπεδώνεται το τέλος της μεταπολεμικής φιλελεύθερης «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες», εδραιώνοντας στη θέση της τη συναλλακτική γεωπολιτική.
Αντί για διπλωματία, η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ βασίζεται σε μονομερείς κινήσεις, εμπορικούς δασμούς κατά συμμάχων και αντιπάλων και την απαίτηση για απόλυτη κυριαρχία, αρχής γενομένης από το Δυτικό Ημισφαίριο, «ως προϋπόθεση για την ασφάλεια και την ευημερία» των ΗΠΑ.
Η στρατηγική αυτή διατυπώνεται στη νέα, πρόσφατα δημοσιευθείσα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Μια μετεξέλιξη του δόγματος Μονρόε του 19ου αιώνα, εμποτισμένη από τον τραμπικό αναθεωρητισμό και την εθνικιστική πολιτική «Πρώτα η Αμερική».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επισημαίνεται στην έκθεση, δεν θα «επωμίζονται επ’ αόριστον παγκόσμια βάρη» που δεν έχουν άμεση σχέση με το «εθνικό τους συμφέρον».
Σκιαγραφεί ουσιαστικά έναν κόσμο μοιρασμένο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων σε ανταγ
Τα «νύχια» της ρωσικής «αρκούδας» και η Ευρώπη
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο οι ΗΠΑ παραμένουν ταυτόχρονα απαραίτητος και απρόβλεπτος παράγοντας του διεθνούς συστήματος αποτελεί το ουκρανικό.
Οι αρχικές προτάσεις Τραμπ για «άμεσο τέλος» του πολέμου με de facto παραχώρηση ουκρανικών (κατεχόμενων και μη) εδαφών στη Ρωσία σήμαναν στην Ευρώπη συναγερμό, ως «συνταγή» αποσταθεροποίησης και περαιτέρω ρωσικής επιθετικότητας.
Η Μόσχα δεν δείχνει καμία διάθεση για συμβιβασμούς, ξεκαθαρίζοντας ότι έχει καταστήσει σαφείς τις θέσεις της στην αυγουστιάτικη σύνοδο κορυφής Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα.
Περίοδος, κατά την οποία ήταν ήδη ορατή η αλλαγή πολιτικής των ΗΠΑ, με επανεξέταση των συμμαχιών τους και επιδίωξη νέων στρατηγικών διευθετήσεις, συμπεριλαμβανομένης της επανεκκίνησης των σχέσεων με τη Ρωσία.
Σε αυτό το φόντο, τα σχόλια του σκληροπυρηνικού αντιπροέδρου του ρωσικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, για την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα -εκ των συμμάχων του Κρεμλίνου- παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Αν και τη χαρακτήρισε «παράνομη», αναγνώρισε στην κυβέρνηση Τραμπ «μια κάποια συνέπεια» ως προς το «μεγάλο σθένος που υποστηρίζει τα εθνικά συμφέροντα» των ΗΠΑ.
Πίσω από αυτή τη ρητορική, εκτιμούν αναλυτές, είναι η προσπάθεια της Ρωσίας να νομιμοποιήσει την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία και το δικαίωμα παρεμβάσεων σε αυτό που θεωρεί δική της ζώνη επιρροής, στην οποία συμπεριλαμβάνει, ιστορικά, όλη την Ανατολική Ευρώπη.
«Δεν θα υπάρξουν άλλες ειδικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, εάν η Δύση μας αντιμετωπίσει με σεβασμό», τόνισε τις προάλλες o Ρώσος πρόεδρος Πούτιν.
Δις νωρίτερα -εν μέσω των μετ’ εμποδίων διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία– είχε προειδοποιήσει ότι «αν η Ευρώπη θέλει να αρχίσει πόλεμο, είμαστε έτοιμοι τώρα».
Πλέον, η Μόσχα έχει θέσει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα υπερηχητικούς βαλλιστικούς πυραύλους Oreshnik στα εδάφη της Λευκορωσίας, ενώ χαρακτηρίζει τα νέα οπλικά συστήματα Burevestnik και Poseidon εγγύηση της ασφάλειας της Ρωσίας.
«Ο βαθμός εκσυγχρονισμού των πυρηνικών μας δυνάμεων αποτροπής είναι στο ανώτατο επίπεδο», υπογράμμισε με νόημα ο Ρώσος πρόεδρος.
«Ανώτερος από οποιασδήποτε άλλης πυρηνικής δύναμης»…
Οι βρυχηθμοί του «ασιατικού γίγαντα» στην Ταϊβάν
Κατά τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, «η επανένωση της πατρίδας μας, μια τάση των καιρών, είναι αναπόφευκτη»: μια σαφής απειλή προς την Ταϊβάν.
Είχαν μόλις προηγηθεί τα μεγαλύτερης κλίμακας -σε έκταση και εγγύτητα- στρατιωτικά γυμνάσια του Πεκίνου, με σενάρια περικύκλωσης και αποκλεισμού της νήσου -που η Κίνα θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της- προσομοιώσεις επιθέσεων σε στρατηγικά σημεία και αποτροπής ξένων παρεμβάσεων.
Με πραγματικά πυρά σε μεγάλο μέρος τους, εκλήφθηκαν ως πρόβα τζενεράλε ενός πραγματικού αποκλεισμού, με πιθανή ανατροπή της κυβέρνησης «αυτονομιστών» στην Ταϊπέι και κατάληψη της Ταϊβάν.
«Ο κίνδυνος μιας περιορισμένης επιχείρησης με το πρόσχημα ασκήσεων είναι υψηλότερος εδώ και μια δεκαετία», εκτιμά ο αναλυτής στρατηγικού ρίσκου Χένρι Γουίλκινσον.
Το ήδη τεταμένο κλίμα στην περιοχή φόρτισαν η ανακοίνωση πακέτου στρατιωτικής βοήθειας-ρεκόρ από τις ΗΠΑ προς την Ταϊπέι και οι δηλώσεις της συντηρητικής νέας πρωθυπουργού της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, ότι η χώρα της θα μπορούσε να επέμβει στρατιωτικά, σε περίπτωση επίθεσης στην Ταϊβάν.
Προς το παρόν, το Πεκίνο ετοιμάζεται για την επίσκεψη Τραμπ τον Απρίλιο και αντλεί μαθήματα από δύο άλλα «θερμά» μέτωπα στον πλανήτη.
Το ένα παραμένει ανοιχτό εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια στην Ευρώπη, με την πλήρη εισβολή της Ρωσίας -στενής συμμάχου της Κίνας- στην Ουκρανία.
Το άλλο μόλις άνοιξε στη Λατινική Αμερική με την αστραπιαία -και υπό την απειλή επανάληψης- στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, εκ των σημαντικών προμηθευτών πετρελαίου στο Πεκίνο, τον μεγαλύτερο πιστωτή της κυβέρνησης του Καράκας.
Πέραν της ορατής πλέον προοπτικής πλήρους ανατροπής αυτών των δεδομένων, η Κίνα παρακολουθεί στενά την αμερικανική ανάληψη στρατιωτικής δράσης στην «πίσω αυλή» τους, «ζυγίζοντας» πώς θα μπορούσε να αντιδράσει ο Τραμπ σε μια μελλοντική κρίση στο Στενό της Ταϊβάν.
Προσώρας, αναπτύσσει το πυρηνικό της οπλοστάσιο, συσφίγγει την στρατηγική σχέση με την επίσης πυρηνική Ρωσία, και γεωπολιτικά επενδύει στη μακροπρόθεσμη στρατηγική της, με την οικοδόμηση μιας σινοκεντρικής τάξης.
Μέση Ανατολή και Βόρεια Κορέα ως «πυριτιδαποθήκες»
Η Μέση Ανατολή και η κορεατική χερσόνησος λειτουργούν πλέον σαν «καθρέφτες» της παγκόσμιας αταξίας, ως επίκεντρα πολυκεντρικής αναταραχής.
Η προοπτική επανάληψης του πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Ιράν παραμένει ορατή.
Η κυβέρνηση Νετανιάχου -αντιμέτωπη φέτος με εκλογές, χωρίς να έχει καταφέρει να εξαλείψει τη Χαμάς, ούτε να μεταφράσει σε απτά αποτελέσματα τους περιφερειακούς πολέμους που εξαπέλυσε μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου- πιέζει την κυβέρνηση Τραμπ για έναν νέο γύρο βομβαρδισμών κατά της Τεχεράνης.
Οποιαδήποτε ωστόσο νέα σύγκρουση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν δύσκολα θα περιοριζόταν.
Θα παρέσυρε μοιραία και άμεσα τις ΗΠΑ, με ανοιχτό το ερώτημα της στάσης που θα τηρήσουν η Ρωσία και η Κίνα, στο φόντο της βαθύτερης στρατηγικής σύγκλισης μαζί τους που ακολουθεί η Τεχεράνη.
Πολλώ μάλλον τώρα που το θεοκρατικό καθεστώς βρίσκεται στην πιο ευάλωτη φάση του από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, αντιμέτωπο ταυτόχρονα με ένα κλιμακούμενο κύμα αμφισβήτησης στο εσωτερικό του Ιράν και με την έξωθεν απειλή.
Πλέον και υπό την απειλή του «ειρηνοποιού» προέδρου Τραμπ για νέα στρατιωτική παρέμβαση, σε περίπτωση αιματηρής καταστολής των Ιρανών διαδηλωτών.
Στην άλλη άκρη της ασιατικής ηπείρου, η κορεατική χερσόνησος εξελίσσεται σε εξίσου επικίνδυνο «θερμό» μέτωπο.
Η Βόρεια Κορέα έχει εγκαταλείψει οριστικά την ιδέα της αποπυρηνικοποίησης, ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη και επενδύει μαζικά σε πυρηνικές και ναυτικές δυνατότητες, ενόσω εμβαθύνει τη στρατηγική συνεργασία της με τη Ρωσία.
Ο κίνδυνος «τυχαίας» σύγκρουσης αυξάνεται, με την Κίνα να παρακολουθεί στενά, καθώς μια κρίση στην Κορέα θα μπορούσε να αναδιατάξει τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ασία και θα άνοιγε «παράθυρο ευκαιρίας» για επίθεση στην Ταϊβάν.
Και στα δύο μέτωπα, ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ως ατύχημα, αλλά ως δομικός κίνδυνος ενός κόσμου που μαθαίνει ξανά να ζει χωρίς σταθερές.
Πηγή: in.gr
Άναρχη παγκόσμια τάξη – Πόσο πιο πιθανός θα γίνει ένας Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος το 2026;
Η διεθνής σκηνή χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αστάθεια και άναρχη τάξη, με αποδυνάμωση των διεθνών θεσμών, κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης και άνοδο του εθνικισμού. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο ενισχύει την τάση αυτή, με μια προσέγγιση που βασίζεται σε μονομερείς κινήσεις και συναλλακτική γεωπολιτική. Η προοπτική ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου το 2026 θεωρείται ολοένα και πιο πιθανή, λόγω των πιθανών συγκρούσεων μεταξύ Ρωσίας-Ουκρανίας και Κίνας-Ταϊβάν. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, προειδοποίησε για την αυξανόμενη αστάθεια, ενώ ο Τραμπ έχει ήδη επιδείξει μια επιθετική στάση, όπως η επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ υπογραμμίζει την ανάγκη για κυριαρχία και ασφάλεια των ΗΠΑ, ακόμη και με κόστος την παγκόσμια σταθερότητα.
You Might Also Like
Politico για Γαλλία: Πολύ νωρίς, πολύ μόνη, προετοιμάζεται για τη Ρωσία καθώς οι ΗΠΑ αποσύρονται
Δεκ 21
Από το Δόγμα Μονρόε στο «Ντονρόε» του Τραμπ: Ένα γεωπολιτικό λάθος
Δεκ 22
Η επιδρομή του Τραμπ στη Βενεζουέλα βυθίζει σε αβεβαιότητα την Γροιλανδία
Ιαν 6
Η επιδρομή του Τραμπ στη Βενεζουέλα βυθίζει σε αβεβαιότητα την Γροιλανδία
Ιαν 6
Ποιες χώρες θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο του Τραμπ μετά τη Βενεζουέλα;
Ιαν 6