Το να μηδενίζονται τα πλεονάσματα των φωτοβολταϊκών προκαλεί σε πολλούς ερωτήματα και δημιουργεί ξανά ένα αίσθημα αδικίας για νοικοκυριά που επένδυσαν σε φωτοβολταϊκά με κάποια από αυτά να χάνουν αποθέματα σε μια κρίσιμη περίοδο που αναμένεται αύξηση του κόστους ηλεκτρισμού λόγω του πολέμου. Το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο έντονο αν συνυπολογίσουμε ότι την ίδια ώρα αυξάνονται και οι περικοπές στην παραγωγή.
Και τα δύο αυτά ζητήματα αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο γιατί συμβαίνουν. Αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, κάτι περίπου σαν αναγκαίο κακό. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο, και μάλιστα για τις περικοπές σε τόσο μεγάλο βαθμό και με τόση συχνότητα.
Από τη στιγμή που στη χώρα αυξήθηκε μαζικά και ραγδαία η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, χωρίς να επιλυθούν βασικά προβλήματα που εμποδίζουν την αποτελεσματική διείσδυση των ΑΠΕ, την ορθολογική κατανάλωση και χωρίς να διασφαλιστεί η αποθήκευση ενέργειας, αυτό που συμβαίνει σήμερα ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο.
Σήμερα, καταλήξαμε σε ένα σύστημα με διαφορετικές ταχύτητες καταναλωτών. Άλλοι έχουν φωτοβολταϊκά χωρίς περικοπές και άλλοι με περικοπές. Οι παλαιότεροι με συμψηφισμό ενέργειας (net metering) και οι νεότεροι με συμψηφισμό λογαριασμού (net billing). Άλλοι έχουν πρόσβαση σε χορηγίες και άλλοι όχι. Όλοι όμως έχουν μετρήσιμα οφέλη, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη κατηγορία (περίπου το 70%), αφορά όσους δεν έχουν φωτοβολταϊκά, οι οποίοι συνεχίζουν να πληρώνουν πολύ ακριβό ηλεκτρισμό, και μάλιστα αναλογικά περισσότερο, αφού το συνολικό κόστος του συστήματος και της παραγωγής μαζί με το κόστος των ρύπων παραμένει και κατανέμεται σε λιγότερους καταναλωτές.
Δεν φταίνε βέβαια τα νοικοκυριά που επένδυσαν, και πολύ σωστά έπραξαν. Το πρόβλημα βρίσκεται στην απουσία σχεδιασμού και στις στρεβλώσεις που, σε αρκετές περιπτώσεις, μετέτρεψαν τα οφέλη των λίγων σε βάρος για τους πολλούς. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι αυτοί που ωφελήθηκαν περισσότερο είναι μεμονωμένοι επενδυτές μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών πάρκων.
Η λύση, βεβαίως, δεν είναι να σταματήσουν τα νοικοκυριά να επενδύουν σε φωτοβολταϊκά, αλλά αυτό να γίνεται με σωστό σχεδιασμό και ξεκάθαρες προτεραιότητες. Ούτε και μονοδιάστατη μπορεί να είναι η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων. Για παράδειγμα, η λογική της αποζημίωσης για το χαμένο πλεόνασμα, μπορεί να ακούγεται ελκυστική, αλλά στην πράξη δημιουργεί νέα προβλήματα όπως το ποιος θα πληρώσει το κόστος; Θα μεταφερθεί κι αυτό το κόστος στους υπόλοιπους καταναλωτές;
Για την καλύτερη διαχείριση του ζητήματος των εκκαθαρίσεων, θα έπρεπε έγκαιρα το Υπουργείο και η Κυβέρνηση να μεριμνήσουν για μια πιο ομαλή και δίκαιη διαχείριση της ενεργειακής πίστωσης. Θα μπορούσε για παράδειγμα να αποφευχθεί ο «ξαφνικός θάνατος» για όλους ιδιαίτερα σε μια περίοδο πιέσεων στο κόστος και να εξεταστούν άλλες επιλογές όπως η ποσοστιαία ετήσια μείωση πλεονασμάτων, δίνοντας έτσι κίνητρα καλύτερου προγραμματισμού και πιο ορθολογικής χρήσης από τα νοικοκυριά.
Παρόλα αυτά, το βασικό πρόβλημα παραμένει και η πραγματική λύση είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε αυτή η ενέργεια να μην χάνεται εξαρχής η τουλάχιστον σε τέτοιο μεγάλο βαθμό. Το σύστημα, όπως λειτουργεί σήμερα, με τους περιορισμούς του, δεν μπορεί να κρατήσει την πράσινη ενέργεια αλλά ούτε και σχεδιάστηκε για συσσώρευση πλεονασμάτων.
Πρωτίστως, χρειάζεται να προχωρήσει η εκτεταμένη αποθήκευση ενέργειας, κυρίως σε κεντρικό επίπεδο, αλλά και μέσα από συλλογικά και συνεταιριστικά σχήματα όπως οι ενεργειακές κοινότητες. Παράλληλα, να δοθεί στοχευμένη στήριξη στην οικιακή αποθήκευση, στην εξοικονόμηση και κίνητρα για καλύτερη διαχείριση της κατανάλωσης μέσω δυναμικών διατιμήσεων (πιο φθηνές χρεώσεις σε ώρες μη αιχμής),, ενώ την ίδια στιγμή θα πρέπει να ενισχυθεί η ευελιξία του συστήματος για να επιτραπεί η ουσιαστική συμμετοχή των ΑΠΕ.
Η πράσινη μετάβαση δεν είναι μόνο θέμα παραγωγής ενέργειας αλλά είναι και θέμα διαχείρισης. Πολλές προτάσεις έχουν κατατεθεί κατά καιρούς από εμπειρογνώμονες και ειδικούς στα θέματα ενέργειας. Ακούει όμως κανείς;
Η Κυβέρνηση που έταξε Φωτοβολταϊκά και Μπαταρίες «για όλους» πότε θα δώσει εξηγήσεις στον κόσμο;
Επικεφαλής Γραφείου Ενέργειας ΑΚΕΛ
Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας (ΑΚΕΛ Αριστερά – Κοινωνική Συμμαχία)
Photovoltaics: From Cuts to Surplus Write-offs
The zeroing of photovoltaic surpluses and the increasing cuts in production are causing concern and a sense of injustice among households that have invested in photovoltaics, especially in light of the expected increase in electricity costs. The problem stems from insufficient preparation and planning for the mass installation of photovoltaics, without simultaneously addressing issues such as energy storage and rational consumption. Today, there is a system with unequal speeds for consumers, depending on the type of photovoltaic system they have (net metering versus net billing) and access to subsidies. However, the majority of consumers (70%) do not have photovoltaics and are burdened with the high cost of electricity, which includes the cost of the system and pollutants. Households that invested in photovoltaics are not to blame, but the lack of planning and distortions that primarily benefit large investors are. The solution is not to discourage investment in photovoltaics, but to plan properly and set clear priorities. Compensation for lost surplus, although seemingly attractive, could create new cost problems. To better manage the issue, a smoother and fairer management of the energy credit would be useful, such as a gradual reduction in surpluses, to incentivize better planning and more rational energy use by households. Early intervention by the Ministry and the Government is essential to avoid negative consequences.