Η νέα επίθεση κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ακολουθεί το μακρύ μονοπάτι της ρωσικής εκκλησιαστικής επεκτατικότητας από την Ουκρανία ως την Ανατολική Ευρώπη και τα Ιεροσόλυμα
Υπάρχουν εκκλησιαστικές κρίσεις που ξεκινούν με ανακοινωθέντα Ιεράς Συνόδου και κρίσεις που ξεκινούν με ανακοινωθέντα μυστικών υπηρεσιών. Η πρόσφατη ένταση ανάμεσα στο Πατριαρχείο Μόσχας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης δείχνει πως ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Χθες, η Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας, η γνωστή SVR, επέλεξε να μιλήσει για τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο με λεξιλόγιο που θυμίζει φάκελο αντικατασκοπείας και όχι εκκλησιαστικό διάλογο, κατηγορώντας τον ότι «συνεργάζεται» με ξένες (βρετανικές) μυστικές υπηρεσίες και ότι «διαλύει το σώμα της Εκκλησίας», με αιχμή την Ουκρανία, τις χώρες της Βαλτικής και ακόμη και τη θεωρία ότι προτίθεται να κινηθεί προς παροχή αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία του Μαυροβουνίου που ελέγχεται από το ρωσόφιλο Πατριαρχείο Μόσχας.
Όταν το Κρεμλίνο αισθάνεται ότι χάνει έδαφος σε ένα μέτωπο επιρροής, επιστρατεύει την Εκκλησία και όταν η Εκκλησία δεν αρκεί, επιστρατεύει και την αφήγηση περί «συνωμοσίας» σκοτεινών δυνάμεων. Είναι η ίδια λογική που βλέπουμε εδώ και χρόνια στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το παιχνίδι παίζεται με ράσα, με κανονικό εκκλησιαστικό δίκαιο, με ιστορικές μνήμες και με ταυτότητες λαών.
Η μετωπική επίθεση κατά του Φαναρίου, με αφορμή δήθεν «αντικανονικές ενέργειες», δεν είναι παρά το προπέτασμα καπνού για να καλυφθεί η απόλυτη ηθική χρεοκοπία μιας ηγεσίας που έχει μετατρέψει το Πατριαρχείο της Μόσχας σε παράρτημα των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών.
Αυτό που παρακολουθούμε είναι η ολοκλήρωση ενός σχεδίου που ξεκίνησε πριν από χρόνια και έχει έναν μοναδικό στόχο. Την αποδόμηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως πνευματικού κέντρου της Ορθοδοξίας και την υποκατάστασή του από μια «Τρίτη Ρώμη» που θα διοικείται από το Κρεμλίνο. Ο Πατριάρχης Κύριλλος, σε πλήρη ταύτιση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, έχει πετάξει πλέον τη μάσκα του πνευματικού ηγέτη. Η εικόνα του να ευλογεί τα όπλα που ισοπεδώνουν ορθόδοξες πόλεις στην Ουκρανία και να υπόσχεται «άφεση αμαρτιών» στους Ρώσους στρατιώτες που θα σκοτωθούν στην εισβολή, αποτελεί τη μεγαλύτερη ύβρη στην ιστορία του Χριστιανισμού. «Η θυσία κατά την εκτέλεση του στρατιωτικού καθήκοντος ξεπλένει όλες τις αμαρτίες», δήλωσε ο Κύριλλος, μετατρέποντας το Ευαγγέλιο σε εγχειρίδιο στρατολόγησης για το μακελειό.
Η μάχη για τους τρούλους της Ουκρανίας
Η ρίζα του σημερινού καβγά δεν βρίσκεται σε κάποιο πρόσφατο πρωτόκολλο, αλλά στην απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναγνωρίσει την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας το 2019, ανοίγοντας τον δρόμο για μια εκκλησιαστική αυτονόμηση, που οι Ουκρανοί διεκδικούσαν επί δεκαετίες και που, μετά το 2014, απέκτησε ξεκάθαρη πολιτική και υπαρξιακή βάση. Η Μόσχα απάντησε τότε με διακοπή κοινωνίας με την Κωνσταντινούπολη, το Πατριαρχέιο Αλεξανδρείας και τις Εκκλησίες της Ελλάδας και της Κύπρου, μετατρέποντας ουσιαστικά μια κανονική διαφωνία σε παγκόσμια ρήξη.
Εδώ είναι η πρώτη μεγάλη ανατροπή που συχνά αποσιωπάται. Η Κωνσταντινούπολη, ως «Πρώτη μεταξύ ίσων», έχει ιστορικά τον ρόλο της Μητέρας Εκκλησίας σε μεγάλο μέρος της ορθόδοξης οικουμένης, με πρακτική και κανονική εμπειρία στη χορήγηση αυτοκεφαλιών. Όταν ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δηλώνει ότι δεν πρόκειται να ανακαλέσει την απόφαση για την Ουκρανία, δεν το κάνει επειδή του το υπαγορεύει κάποιο υπουργείο Εξωτερικών, αλλά το κάνει επειδή αυτό θεωρεί ότι είναι η ευθύνη του ρόλου του, όσο κι αν αυτό ενοχλεί μια Εκκλησία που έχει μάθει να μετρά την «κανονικότητα» με γεωπολιτικούς χάρτες.
Ο Κύριλλος και ο πόλεμος
Η Μόσχα επιμένει ότι «υπερασπίζεται την Ορθοδοξία». Μόνο που, από το 2022 και μετά, η εικόνα της «υπεράσπισης» έχει αποκτήσει ένα σκοτεινό περιεχόμενο και είναι η σύμπλευση της ιεραρχίας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με την πολεμική μηχανή του Πούτιν. Πρόκειται για κάτι τόσο εμφανές, που πλέον δεν αποτελεί απλώς πολιτική ανάγνωση αλλά καταγεγραμμένο γεγονός με δηλώσεις και κείμενα. Ο Πατριάρχης Κύριλλος, σε κήρυγμα που μεταδόθηκε διεθνώς, μίλησε για «κάθαρση αμαρτιών» όσων πεθαίνουν στον πόλεμο, δίνοντας ένα θεολογικό άλλοθι σε μια εισβολή που έχει αφήσει πίσω της νεκρούς αμάχους, εκτοπισμένους και κατεστραμμένες πόλεις.
Την άνοιξη του 2024, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βγήκε δημόσια και είπε ότι δεν μπορεί να συμφιλιώσει τη χριστιανική πίστη με κείμενο που περιγράφει τον πόλεμο στην Ουκρανία ως «ιερό πόλεμο», επισημαίνοντας ότι τέτοιες διατυπώσεις οδηγούν την Εκκλησία στην πολιτική εργαλειοποίηση της βίας.
Και επειδή στη Μόσχα προτιμούν τα συμβολικά πλάνα, ο ίδιος ο Πούτιν συνεχίζει να εμφανίζεται ως προσκυνητής και προστάτης, επαινώντας την «ιεραποστολή» της Εκκλησίας στα κατεχόμενα ουκρανικά εδάφη, σαν να μιλά για διοίκηση επαρχίας και όχι για περιοχή υπό στρατιωτική κατοχή.
Αυτή είναι η ουσία της σύγκρουσης με την Κωνσταντινούπολη. Το Φανάρι δεν μπορεί να αποδεχθεί ως «εκκλησιαστική άποψη» την αγιοποίηση ενός πολέμου και όσο ο Κύριλλος μιλά σαν να είναι πνευματικός καθοδηγητής του στρατεύματος, τόσο ο Βαρθολομαίος θα μιλά σαν να είναι η συνείδηση της τραυματισμένης ορθοδοξίας.
Ο Μητροπολίτης Ονούφριος και οι σκιές
Στην Ουκρανία, το Πατριαρχείο Μόσχας διατηρούσε για χρόνια τον πιο χρήσιμο μοχλό του, που ήταν η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο. Πρόκειται για μια εκκλησιαστική δομή που ιστορικά συνδεόταν με τη Μόσχα και που, μετά την πλήρη εισβολή του 2022, προσπάθησε να αναδιατυπώσει τη θέση της, χωρίς όμως να πείσει όλους ότι έκοψε πραγματικά τον ομφάλιο λώρο. Σε αυτό το κενό, το ουκρανικό κράτος κινήθηκε με αυστηρότητα, συχνά με γλώσσα «εθνικής ασφάλειας», προκαλώντας αντιδράσεις και συζητήσεις για τα όρια.
Το καλοκαίρι του 2025, η ουκρανική πλευρά προχώρησε ακόμη πιο μακριά, με την αφαίρεση της ουκρανικής ιθαγένειας από τον Ονούφριο, επικαλούμενη υλικό της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ουκρανίας. Η ίδια η Εκκλησία του Ονούφριου αρνήθηκε τους ισχυρισμούς, συνεργασίας με τους εισβολείς κάτι που δείχνει πόσο βαθιά είναι η αντιπαράθεση και πόσο εύκολα γίνεται καύσιμο για προπαγάνδα.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι αλλού. Η Μόσχα δεν χρησιμοποιεί τον Ονούφριο ως «ποιμένα». Τον χρησιμοποιεί ως σημαία. Μια σημαία που την ανεβάζει κάθε φορά που χρειάζεται να πείσει ακροατήριο στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ότι η Ουκρανία δήθεν «διώκει την Ορθοδοξία» και άρα ο πόλεμος είναι και «πόλεμος υπεράσπισης πίστης».
Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σκοτεινή. Η Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο, η οποία παρέμεινε εξαρτημένη από τη Μόσχα, λειτούργησε ως ο «δούρειος ίππος» του Πούτιν στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Οι αποκαλύψεις των ουκρανικών υπηρεσιών ασφαλείας για ιερείς που έκρυβαν όπλα στα μοναστήρια, που έδιναν συντεταγμένες στις ρωσικές δυνάμεις για τους βομβαρδισμούς και που αρνούνταν να μνημονεύσουν τους πεσόντες Ουκρανούς στρατιώτες, ξεγυμνώνουν την προπαγάνδα. Ο Ονούφριος και οι συνεργάτες του δεν διώκονται για την πίστη τους, αλλά ελέγχονται για τη συνεργασία τους με τον εχθρό που ισοπεδώνει τη χώρα τους.
Το παραμύθι διωγμού
Αυτό το αφήγημα έχει δύο βασικά ψέματα και μία σκόπιμη σύγχυση. Το πρώτο ψέμα είναι ότι «απαγορεύτηκε ο Χριστιανισμός» στην Ουκρανία. Ούτε καν. Όταν η ουκρανική Βουλή ψήφισε το 2024 νομοθεσία που ανοίγει τον δρόμο για περιορισμούς σε θρησκευτικές οργανώσεις με δεσμούς προς τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτό παρουσιάστηκε διεθνώς από δίκτυα παραπληροφόρησης ως «απαγόρευση της πίστης». Η πραγματικότητα είναι ότι το μέτρο στοχεύει οργανώσεις που θεωρούνται συνδεδεμένες με το επιτιθέμενο κράτος και όχι με τη θρησκευτική ζωή συνολικά.
Το δεύτερο ψέμα είναι ότι «οι Ουκρανοί χτυπούν την Ορθοδοξία». Στην πράξη, η πλειονότητα των Ουκρανών παραμένει ορθόδοξη. Η διαμάχη αφορά την εκκλησιαστική δομή, την κανονική υπαγωγή και το κέντρο εκκλησιαστικής εξουσίας. Αυτή η διάκριση εξαφανίζεται επίτηδες από τη ρωσική προπαγάνδα, επειδή δεν εξυπηρετεί το σενάριο του «μαρτυρίου».
Η σκόπιμη σύγχυση είναι ότι, επειδή υπάρχουν εύλογες ανησυχίες για θρησκευτικές ελευθερίες όταν ένα κράτος νομοθετεί σε πεδίο που αφορά την πίστη, η Μόσχα προσποιείται ότι ενδιαφέρεται για τα δικαιώματα των πιστών. Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της Ρωσίας, όσοι κληρικοί ή πιστοί αποκλίνουν από τη γραμμή, πιέζονται ή περιθωριοποιούνται, ενώ η Εκκλησία έχει ενσωματωθεί στο κράτος ως μηχανισμός πειθαρχίας. Το αφήγημα περί «διωγμών» είναι μια καλοστημένη επιχείρηση παραπληροφόρησης που στόχο έχει να συγκινήσει το χριστιανικό κόσμο στη Δύση, ενώ την ίδια ώρα ρωσικοί πύραυλοι καταστρέφουν ιστορικούς ναούς που η ίδια η Μόσχα ισχυρίζεται ότι προστατεύει.
Εξαγωγή εκκλησιαστικής – πολιτικής επιρροής
Η Ουκρανία είναι το μεγάλο πεδίο μάχης, αλλά δεν είναι το μόνο. Το Πατριαρχείο Μόσχας λειτουργεί εδώ και χρόνια ως εξαγωγέας επιρροής με τρεις τρόπους. Με εκκλησιαστική διείσδυση όπου δεν είχε δικαιοδοσία, με πολιτική χρηματοδότηση και δίκτυα «ήπιας ισχύος» και με καλλιέργεια αντιδυτικού αφηγήματος, συνήθως πακεταρισμένου ως «υπεράσπιση παράδοσης».
Στην Αφρική, η Μόσχα ίδρυσε Πατριαρχική Εξαρχία το 2021, εισερχόμενη σε χώρο που η Ορθόδοξη παράδοση αναγνωρίζει ως κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Η κίνηση καταγγέλθηκε ως αντικανονική και ως μορφή εκκλησιαστικού νεοαποικισμού, με αναλυτές να τη συνδέουν με τις γενικότερες ρωσικές στοχεύσεις στην αφρικανική ήπειρο. Όλα αυτά συνέβησαν όταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος τόλμησε να αναγνωρίσει την Ουκρανική Αυτοκεφαλία. Η Μόσχα δεν απάντησε με θεολογικά επιχειρήματα, αλλά με «εκκλησιαστική πειρατεία». Η ίδρυση της λεγόμενης «Ρωσικής Εξαρχίας Αφρικής» είναι μια πράξη καθαρής εκδίκησης και επεκτατισμού. Χρησιμοποιώντας το χρήμα των ολιγαρχών, η Μόσχα εισέβαλε στη δικαιοδοσία ενός άλλου Πατριαρχείου, εξαγοράζοντας ιερείς και δημιουργώντας παράλληλες δομές.
Η Μόσχα θέλει να ελέγχει τις τοπικές εκκλησίες για να τις χρησιμοποιεί ως μοχλούς πίεσης στις κυβερνήσεις. Όπου υπάρχει ρωσικό φυσικό αέριο και ρωσικά οικονομικά συμφέροντα, υπάρχει και μια προσπάθεια επιβολής της ρωσικής εκκλησιαστικής μπότας. Ο στόχος είναι η δημιουργία μιας «Ορθόδοξης Ζώνης» υπό τον έλεγχο του Κρεμλίνου, που θα λειτουργεί ως αντίπαλο δέος στην Ευρώπη και τη Δύση.
Στη Μολδαβία, το ζήτημα πέρασε από το ράσο στην κάλπη με τρόπο σχεδόν κυνικό. Έρευνα του πρακτορείου Reuters περιέγραψε πώς οργανώθηκαν «προσκυνήματα» Ρώσων προς Μολδαβικές Μητροπόλεις, με οικονομικά κίνητρα και με στόχο τη δημιουργία δικτύων σε εφαρμογές όπως το Telegram, για να σπρώξουν αντιευρωπαϊκές θέσεις και να επηρεάσουν εκλογικές συμπεριφορές.
Στη Βαλτική, η Εσθονία κινείται νομοθετικά για να αποκόψει δεσμούς της τοπικής εκκλησίας από τη Μόσχα, ακριβώς επειδή θεωρεί τη σχέση αυτή ζήτημα ασφάλειας και κρατικής ανθεκτικότητας απέναντι σε ρωσική «ήπια ισχύ». Δεν είναι τυχαίο ότι η SVR επέλεξε χθες να «δείξει» προς τις Βαλτικές χώρες, εκεί, η εκκλησιαστική υπαγωγή μεταφράζεται σε γεωπολιτικό αποτύπωμα.
Η Τρίτη Ρώμη
Για να καταλάβουμε τη μεγαλομανία του Πατριαρχείου Μόσχας, πρέπει να δούμε την ιστορία του. Η ρωσική εκκλησία δεν απέκτησε την Αυτοκεφαλία της με κανονικό τρόπο, αλλά με εκβιασμό. Το 1589, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β’ βρέθηκε στη Μόσχα για να ζητήσει βοήθεια και κατέληξε ουσιαστικά αιχμάλωτος. Οι Ρώσοι τον κράτησαν υπό περιορισμό μέχρι να υπογράψει την ίδρυση του Πατριαρχείου Μόσχας. Από εκείνη την ημέρα, η Ρωσία επιχειρεί να υπονομεύσει το Φανάρι, καλλιεργώντας το μύθο της «Τρίτης Ρώμης», το οποίο, αναπτύχθηκε με το αφήγημα ότι η Μόσχα είναι ο διάδοχος της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης ως κέντρο της χριστιανικής οικουμένης. Πρόκειται για μύθο με αυτοκρατορική φιλοδοξία και σήμερα, αυτός ο μύθος ντύνεται με το σύγχρονο κοστούμι του λεγόμενου «ρωσικού κόσμου», της ιδέας ότι η Ρωσία έχει πνευματικό δικαίωμα επιτήρησης στους γειτονικούς λαούς.
Η Κωνσταντινούπολη, αντίθετα, κουβαλά ένα ιστορικό βάρος που δεν μετατρέπεται εύκολα σε προπαγανδιστικό σλόγκαν. Έχει τον ρόλο της αναφοράς, της συνέχειας, της μνήμης. Είναι ενοχλητική για κάθε αυτοκρατορικό σχέδιο ακριβώς επειδή δεν «ανήκει» σε κανένα κράτος ως εργαλείο.
Η μάχη αιώνων για τους Αγίους Τόπους
Υπάρχει ακόμη μία διάσταση, λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά εξόχως αποκαλυπτική και αφορά τον ανταγωνισμό γύρω από προσκυνήματα, τα ακίνητα και τις ιδιοκτησίες στους Αγίους Τόπους. Η υπόθεση του συγκροτήματος Alexander’s Courtyard στην Παλαιά Πόλη της Ιερουσαλήμ έχει αναδειχθεί ως διπλωματικό αγκάθι, με ρωσικές παρεμβάσεις και με το ζήτημα να αναβαθμίζεται σε «υψηλή προτεραιότητα» της Μόσχας.
Παράλληλα, έρευνες έχουν περιγράψει μια μακρόχρονη ρωσική προσπάθεια «ανάκτησης» εκκλησιαστικών και αυτοκρατορικών περιουσιών στο εξωτερικό, με εμπλοκή κρατικών μηχανισμών, κάτι που δείχνει ότι για τη Μόσχα τα προσκυνήματα δεν είναι μόνο τόποι προσευχής, αλλά και κόμβοι επιρροής, συμβολικού κεφαλαίου και διαπραγματευτικής ισχύος. Για τη Μόσχα, ο Πανάγιος Τάφος δεν είναι τόπος προσκυνήματος, αλλά ένα ακόμα οικόπεδο στη γεωπολιτική σκακιέρα της.
Η διείσδυση στην Εκκλησία της Κύπρου
Για εμάς στην Κύπρο, η σύγκρουση αυτή δεν είναι ακαταλαβίστικη και περίπλοκη θεολογία. Κατά καιρούς, μεμονωμένοι Κύπριοι ιεράρχες υιοθέτησαν δημόσιο λόγο που έμοιαζε σαν απόηχος της Μόσχας, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου, ο οποίος μίλησε με θερμά λόγια για τον Πούτιν και δήλωσε ότι προσεύχεται γι’ αυτόν και τον Σεργκέι Λαβρόφ, σε συνέντευξη που δόθηκε μάλιστα σε ρωσικό κρατικό πρακτορείο.
Δεν χρειάζεται να δει κάποιος, «πράκτορες» και σκιές εκεί που υπάρχουν ιδεολογικές εμμονές και αντιδυτικά σύνδρομα. Όταν ένας Κύπριος ιεράρχης μιλά σαν να είναι σχολιαστής του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, δίνει, χωρίς να το καταλαβαίνει ή ίσως και καταλαβαίνοντάς το, πολιτικό οξυγόνο σε μια δύναμη που έχει αποδείξει πως χρησιμοποιεί την Εκκλησία ως βραχίονα του κράτους.
Στην Κύπρο, ζήσαμε το δράμα της ρωσικής επιρροής από πρώτο χέρι, καθώς μια μερίδα της Ιεράς Συνόδου, ευεργετημένη από ρωσικές δωρεές και τις στενές σχέσεις με ολιγάρχες, μετατράπηκε στο μακρύ χέρι του Πατριαρχείου Μόσχας. Είδαμε Μητροπολίτες να χτίζουν ναούς ρωσικής τεχνοτροπίας που θυμίζουν θεματικά πάρκα του Κρεμλίνου και να λυσσομανούν κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η στάση ορισμένων Ιεραρχών μας, οι οποίοι για χρόνια λειτουργούσαν ως επίσκοποι της Μόσχας στην Κύπρο, αποτελεί μια μαύρη σελίδα. Όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’ αποφάσισε να στηρίξει το Φανάρι, η αντίδραση αυτού του «ρωσόφιλου μπλοκ» ήταν πρωτοφανής. Κατηγόρησαν τον ίδιο τους τον Προκαθήμενο, υιοθετώντας αυτούσια τη ρητορική του Ρώσου Πατριάρχη Κύριλλου, γιατί το ρωσικό χρήμα είχε ήδη διαβρώσει συνειδήσεις. Η «διπλωματία του ρουβλίου» στην Κύπρο δεν αφορούσε την πίστη, αλλά τον έλεγχο. Ήθελαν μια Εκκλησία της Κύπρου υποταγμένη στις επιθυμίες της Μόσχας, έτοιμη να μπλοκάρει κάθε απόφαση που δεν ευνοούσε τα ρωσικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ουσία της μάχης με καλυμμαύχι
Το χθεσινό ανακοινωθέν της Μόσχας κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη είναι η τελική επιβεβαίωση, πως η Ρωσική Εκκλησία έχει επιλέξει τον δρόμο της απομόνωσης και του σχίσματος, προτιμώντας να είναι το «πνευματικό πυροβολικό» του Πούτιν παρά μέλος της παγκόσμιας ορθόδοξης οικογένειας.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με την ηρεμία και την αποφασιστικότητα που του δίνουν οι αιώνες ιστορίας του Θρόνου του, έχει δηλώσει: «Δεν φοβούμεθα, διότι η αλήθεια δεν φοβάται». Και η αλήθεια είναι μία. Η Ορθοδοξία δεν είναι ούτε ρωσική, ούτε ελληνική, ούτε εθνικιστική. Είναι οικουμενική.
Όσοι στην Κύπρο, στην Ελλάδα ή αλλού συνεχίζουν να κλείνουν το μάτι στο Κρεμλίνο, οφείλουν να καταλάβουν ότι δεν στηρίζουν την Ορθοδοξία, αλλά έναν επικίνδυνο πολιτικό αναθεωρητισμό που χρησιμοποιεί το Σταυρό για να δικαιολογήσει το σπαθί. Η ιστορία θα είναι αμείλικτη με όσους, σε αυτή την κρίσιμη καμπή, επέλεξαν το ρούβλι έναντι του Ευαγγελίου και τον δικτάτορα έναντι του Πατριάρχη του Γένους.
Το Πατριαρχείο Μόσχας παρουσιάζει το ζήτημα ως «υπεράσπιση κανονικότητας». Στην πραγματικότητα, αυτό που υπερασπίζεται είναι το δικαίωμα να κρατά την Ορθοδοξία δεμένη στο άρμα της ρωσικής κρατικής στρατηγικής. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος υπερασπίζεται κάτι διαφορετικό και αυτό είναι πως η εκκλησιαστική τάξη δεν μπορεί να καθορίζεται από τον συσχετισμό πυραύλων, από την ανάγκη του Κρεμλίνου για ζώνες επιρροής, ούτε από υπηρεσίες πληροφοριών που μιλούν για Τόμους όπως μιλούν για επιχειρήσεις.
Η σημερινή κρίση δεν είναι στιγμιαίο ξέσπασμα. Είναι η συνέχεια μιας προσπάθειας της Μόσχας να μετατρέψει την Ορθοδοξία σε γεωπολιτικό εργαλείο. Η Κωνσταντινούπολη, με όλα τα ιστορικά της βάρη και τις ανθρώπινες αδυναμίες της, αντιστέκεται σε αυτό το σχέδιο επειδή, αν το αποδεχθεί, δεν θα έχει απομείνει τίποτε οικουμενικό παρά μόνο μια θρησκευτική βιτρίνα αυτοκρατορικής πολιτικής.
The Kremlin Now Attacks the Ecumenical Patriarchate
The Kremlin has escalated its attack on Ecumenical Patriarch Bartholomew, accusing him of collaborating with foreign intelligence agencies and dissolving the Church, with Ukraine as the main point of contention. Russia's Foreign Intelligence Service (SVR) used language reminiscent of a spy file to characterize the Patriarch. This move is part of a long-standing pattern of Russian foreign policy, where the Church is used as a tool of influence and, when that is not enough, resort is made to conspiracy theories. Russia seeks to undermine the Ecumenical Patriarchate and replace it with a “Third Rome” under the control of the Kremlin. The root of the conflict lies in the Ecumenical Patriarchate's recognition of the autocephaly of the Orthodox Church of Ukraine in 2019, which angered Moscow and led to a break in communion. Patriarch Kirill has fully identified with Vladimir Putin, blessing the weapons used in Ukraine and offering “absolution of sins” to Russian soldiers. His stance has been characterized as an outrage in the history of Christianity.
You Might Also Like
Ζελένσκι: «Ναζί, κλόουν, ναρκομανής και κλέφτης»… Πού τελειώνει η κριτική και πού αρχίζει το εργοστάσιο λάσπης;
Dec 29
Η σκηνοθετημένη «απόπειρα» και το θέατρο του παραλόγου
Jan 2
Εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, το τέλος της ευρωπαϊκής αφέλειας
Jan 7
Τα 10 κορυφαία πολυτελή χειμερινά θέρετρα στον κόσμο
Jan 10
Άννα Βαγενά: Πολιτική είναι η έγνοια για τους άλλους
Jan 12