Μετά τη δημοσιοποίηση του βίντεο των «μαύρων δωρεών», η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη προσανατολίζεται, κατά δήλωση του Προέδρου, να καταργήσει τον Ανεξάρτητο Φορέα Κοινωνικής Στήριξης (εφεξής, Φορέας). Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή είναι η καλύτερη λύση, αλλά δεν θα σταθώ σε αυτό. Θέλω να αναδείξω δύο άλλες πτυχές.
Πρώτον, ένας σημαντικός θεσμός, όπως αυτός του Φορέα, ο οποίος είχε αποστολή την οικονομική στήριξη φοιτητών και φοιτητριών, των οποίων οι οικογένειες αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα (https://socialsupport.gov.cy/), λειτούργησε με τρόπο που δικαιολογημένα αμφισβητήθηκε η πολιτική αμεροληψία του. Πιο απλά, εκφράστηκαν εύλογοι φόβοι ότι εργαλειοποιήθηκε για σκοπούς που εξυπηρετούν τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.
Η κριτική αυτή δεν είναι αβάσιμη. Επικεφαλής του Φορέα τέθηκε, δια νόμου (2015), η εκάστοτε Πρώτη Κυρία. Η νυν Πρώτη Κυρία, με ζηλευτή ενεργητικότητα, τετραπλασίασε, σε τρία χρόνια, τις δωρεές προς τον Φορέα. Σε μια χώρα υψηλής εμπιστοσύνης τύπου Δανίας, αυτό θα ήταν θετική εξέλιξη. Σε μας εγείρει υποψίες. Γιατί; Εν μέρει διότι τα ονόματα των δωρητών προς τον Φορέα παρέμειναν στο σκοτάδι.
Είναι μεμπτό αυτό; Η Ελεγκτική Υπηρεσία, σε Έκθεσή της τον Νοέμβριο 2025 με θεσμική κομψότητα, είπε ότι είναι μεμπτό, καθότι εταιρίες που έχουν μεγάλες δοσοληψίες με το κράτος συνεισέφεραν στο ταμείο του Φορέα στον ουσιώδη χρόνο που τις συνέφερε, χωρίς να δημοσιοποιούνται τα ονόματά τους. Με τα λόγια της Ελεγκτικής: «Οι εν λόγω ιδιαιτερότητες του Φορέα, δημιουργούν, κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας, ιδιάζουσα σχέση: Ο/Η σύζυγος της/του Προέδρου του Φορέα είναι ο/η εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, που λαμβάνει αποφάσεις οι οποίες επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τις ιδιωτικές εταιρείες – εισφορείς. […] Από τον έλεγχο εντοπίστηκαν συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου σημαντικές εισφορές καταβλήθηκαν από εταιρείες οι οποίες είχαν κάποιας μορφής οικονομική δραστηριότητα με το κράτος, π.χ. εταιρεία που διαβουλευόταν με το κράτος για συμβόλαιο αρκετών εκατομμυρίων, την ίδια περίοδο κατέβαλε εισφορά στον Φορέα».
Για όποιον/α το χρειάζεται, θυμίζω ότι, πάλι με έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, αλλοδαπά στελέχη έπαιρναν «χρυσό διαβατήριο» και οι εταιρίες τους συνεισέφεραν στα ταμεία των κομμάτων εξουσίας, κυρίως του τότε κυβερνώντος ΔΗΣΥ. Για τους προσποιητά αφελείς, είναι «τυχαίο». Για τους γνωρίζοντες, κάθε άλλο.
Η αδιαφάνεια και η μακρά ιστορία διαπλοκής στην Κύπρο εύλογα ενεργοποίησαν εμπεδωμένες υποψίες, οι οποίες εντάθηκαν με τις παραπλανητικές δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων. Η υφυπουργός παρά τω Προέδρω κ. Πική, για να διασκεδάσει τις ανησυχίες αναφορικά με τη μη δημοσιοποίηση των ονομάτων των δωρητών στον Φορέα, ανέφερε στη Βουλή ότι «τα λογότυπα των δωρητών δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του Φορέα». Πρόκειται για κλασική περίπτωση μισής αλήθειας για να αποκρυβεί ολόκληρη η αλήθεια.
Η ανακοίνωση των λογότυπων δεν ισοδυναμεί με διαφάνεια. Γιατί; Διότι δεν αποκαλύπτει ποια εταιρία, εισέφερε τι ποσό, πότε; Τα λογότυπα απλώς δηλώνουν ότι κάποια εταιρία, μαζί με αρκετές άλλες, έκανε κάποια δωρεά. Τι ύψους; Δέκα χιλιάδες ευρώ ή μισό εκατομμύριο; Πότε; Όταν διαπραγματεύονταν συμβόλαια με το κράτος ή σε ανύποπτο χρόνο;
Είπε, επίσης, η κ. Πική ότι ο Γενικός Ελεγκτής και ο Γενικός Λογιστής γνωρίζουν τα ονόματα των δωρητών. Χαιρόμαστε γι’ αυτό αλλά κι αυτό είναι μισή αλήθεια, διότι οι κύριοι αυτοί, ex officio, δεν μετέχουν στο πολιτικό παιχνίδι, οπότε δεν μπορούν να θέσουν δημοσίως πολιτικής τάξεως ερωτήματα, για συγκεκριμένους δωρητές, στα οποία να κληθεί να απαντήσει η κυβέρνηση. Η διαφάνεια έχει νόημα όταν το υπό συζήτηση θέμα είναι προσβάσιμο σε όλους στη δημόσια σφαίρα και όλοι μπορούν να θέσουν ερωτήματα και να ζητήσουν δημοσίως λογοδοσία. Ο Γενικός Λογιστής δεν θα θέσει ποτέ δημοσίως ερωτήματα για συγκεκριμένες εταιρίες – δεν είναι αυτή η δουλειά του. Αυτός βλέπει δωρεές, όχι τι κρύβεται πίσω από δωρεές.
Αρχίζουμε τώρα να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα. Η οικονομική βοήθεια οικογενειών μέσω του Φορέα επέτρεπε στην προβεβλημένη επικεφαλής Πρώτη Κυρία (και δι’ αυτής στον Πρόεδρο) αντικειμενικά να καρπούται τα όποια πολιτικά οφέλη πρόκυπταν από τον Φορέα. Αυτό δεν είναι ανεκτό σε μια δημοκρατία, όπου η ουδετερότητα του κράτους στην πολιτική διαμάχη πρέπει να είναι αυστηρή.
Μήπως υπερβάλλω; Δείτε το επίμαχο βίντεο ξανά. Θα δείτε και θα ακούσετε στενούς συνεργάτες του Προέδρου να μιλάνε και για πολιτικές χορηγίες σε «έργα» του Προέδρου και για εισφορές στον Φορέα σαν να είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πρόεδρος και Πρώτη Κυρία αναφέρονται ως εναλλακτικοί υποδοχείς χορηγιών. Ως επικεφαλής του Φορέα, η Πρώτη Κυρία έχασε την έξωθεν καλή μαρτυρία, εφόσον εμφανίστηκε να ενισχύει εμμέσως το πολιτικό κεφάλαιο του συζύγου της. Ορθά, λοιπόν, παραιτήθηκε.
Το βαθύτερο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: γιατί η Βουλή τοποθέτησε την εκάστοτε Πρώτη Κυρία επικεφαλής ενός θεσμού που διανέμει χρήματα, αντί να θεσμοθετήσει τη θέση ενός ανεξάρτητου προσώπου κύρους, καθιερώνοντας παράλληλα την απαραίτητη διαφάνεια;
Δεύτερον, εξίσου σημαντικό, είναι ότι χρειάστηκε ο διεθνής διασυρμός της χώρας (για μια ακόμη φορά) και η ηθικοπολιτική αμαύρωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας για να γίνει το αυτονόητο: να τεθεί το ερώτημα «πώς πρέπει να λειτουργεί ο Φορέας, με τι σύστημα διακυβέρνησης;»
Αν η κυβέρνηση διέθετε θεσμική νοοτροπία, θα αξιοποιούσε την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του περασμένου Νοεμβρίου και ο Πρόεδρος θα καλωσόριζε τη διαφάνεια που σύστηνε η Ελεγκτική. Επιπλέον, θα άλλαζε τη διακυβέρνηση του Φορέα, εισηγούμενος στη Βουλή την αλλαγή του νόμου για την απομάκρυνση της Πρώτης Κυρίας. Δεν το έκανε. Αγνόησε την Έκθεση.
Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, οι ελεγκτικοί θεσμοί υπάρχουν για να μαθαίνουμε από αυτούς. Όταν οι κυβερνήσεις αγνοούν τις συστάσεις τους, το κάνουν ιδιοτελώς. Προφανώς συμφέρει τον Χριστοδουλίδη να ηγείται του Φορέα η σύζυγός του. Δεν συμφέρει όμως τη χώρα: η αδιαφάνεια γίνεται πιθανή εστία διαπλοκής και οι θεσμοί υποβαθμίζονται. Όταν, δε, έρθουν στην επιφάνεια οι σκοτεινές πλευρές της λειτουργίας ενός θεσμού (διότι κάποια στιγμή θα έρθουν), συνήθως γίνεται με τη μορφή σκανδάλου. Τότε, όμως, είναι αργά: δεν ζημιώνεται μόνο η κυβέρνηση, αλλά η χώρα ολόκληρη.
Η καχυποψία έναντι των πολιτικών γενικά, και των κυβερνήσεων ιδιαίτερα, είναι τέτοια που ακόμη και η απορρόφηση του Φορέα από το ΙΚΥ δεν θεωρείται καλή λύση, διότι το ΔΣ του ΙΚΥ διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Βλέπετε πώς η καχυποψία επιφέρει την κατάρρευση της εμπιστοσύνης, οδηγώντας σε θεσμική παράλυση; Για να αποφευχθεί αυτό πρέπει οι θεσμοί να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Δεν θα συμβεί αν οι θεσμοί δεν λειτουργούν με τρόπο που να είναι άξιοι της εμπιστοσύνης μας – αμερόληπτα και διαφανώς.
Η χώρα χρειάζεται επειγόντως αναθέσμιση – έναν μεταρρυθμιστικό άνεμο παντού. Ξέρουμε τι πρέπει να αλλάξει. Μας το υποδεικνύουν η κοινή λογική και οι καλές εγχώριες και, κυρίως, διεθνείς πρακτικές. Το ερώτημα είναι: το θέλουν οι πολίτες ή αρκούνται στη γκρίνια και το χαβαλέ, πιστεύοντας κυνικά ότι η αλλαγή είναι ανέφικτη («this is Cyprus»); Θα το μάθουμε τον Μάιο 2026.
Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γουόρικ, μέλος της Κυπριακής και της Βρετανικής Ακαδημίας, και αναπληρωτής επικεφαλής του κινήματος «Άλμα».
What's Missing? Independent Institutions and Institutional Mindset
Following the release of the video regarding "black donations" to the Independent Social Support Agency, the Christodoulides government is considering its abolition. The author, while not taking a position on the abolition, highlights two important issues: the lack of transparency in the Agency's operations and the absence of an institutional mindset in Cyprus. The Agency, headed by the First Lady, raised significant donations, but the names of the donors were not made public. The Audit Office ruled that this creates a problem, as companies with financial interests with the state made donations to the Agency, without it being known whether this influenced the state's decisions. The lack of transparency reinforces suspicions of collusion. The author points out that Cypriot society has a long history of corruption and opacity, and that the Agency's case is just another example. The Deputy Minister to the President attempted to allay concerns by stating that the logos of the donors are published on the Agency's website, but this is not enough to ensure transparency. The disclosure of the names and amounts of donations is essential. The author concludes that Cyprus needs independent institutions and an institutional mindset, where decisions are made based on rules and principles, and not on personal relationships and interests. Abolishing the Agency without addressing the underlying problems will not solve the problem of corruption and opacity.