Κανονικά, θα έγραφα σήμερα ένα σημείωμα όπου θα εξέφρασα τις ανησυχίες που προκύπτουν μετά την τελευταία συνεδρία της Επιτροπής Εσωτερικών της Βουλής, σχετικά με το πόσο προχωρημένη είναι τελικά η υπόθεση της δημιουργίας Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στον χώρο της Κρατικής Έκθεσης.
Ο Χαράλαμπος Προύντζος αναφέρθηκε στη μελέτη για την αξιοποίηση του χώρου, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη στο Σοπάζ και μέσα σ’ όλα είπε και την ατάκα «έγιναν κάποιες σκέψεις για εγκατάσταση του μουσείου». Ως εκεί. Όταν ο ίδιος ο Δήμαρχος Λευκωσίας, ο οποίος διεκδικεί και την πατρότητα της ιδέας, περνά αυτή την υπόθεση ενώπιον της Βουλής ουσιαστικά στο ντούκου, τα πράγματα μάλλον δεν είναι όπως μάς τα είχαν μεταφέρει από το Υφυπουργείο.
Κάθε άλλο παρά σε «φάση ωρίμανσης» βρίσκεται η συγκεκριμένη υπόθεση. Άραγε αυτό συνδέεται και με τα επίμαχα «βαφτίσια» της ΣΠΕΛ; Καθόλου δεν θα εξέπληττε αυτό την καλλιτεχνική κοινότητα, όσο κι αν θα την εξόργιζε.
Εν πάση περιπτώσει, προέχουν άλλα ζητήματα, διόλου άσχετα με όσα συζητάμε. Ζητήματα που αφορούν την εύρυθμη λειτουργία του Υφυπουργείου. Χωρίς να λέω ότι αποτέλεσε ποτέ υπόδειγμα και προηγουμένως λειτουργούσαν όλα ρολόι. Οι καθυστερήσεις που καταγράφονται στο «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΙΙΙ» ακουμπούν σε κάτι βαθύτερο: στο πώς αντιλαμβανόμαστε τη διοίκηση του πολιτισμού και ποιος τελικά ηγείται θεσμικά του Υφυπουργείου Πολιτισμού.
Τις τελευταίες εβδομάδες διαμορφώνεται μια εικόνα διοικητικής συμφόρησης. Λες και λειτουργεί με το χειρόφρενο ανεβασμένο. Επιτροπές δεν συστήνονται, αποφάσεις καθυστερούν, έγγραφα λιμνάζουν, διαδικασίες μοιάζουν να κυλούν το αυγό με τη μανιβέλα.
Στο κυπριακό διοικητικό σύστημα ο Γενικός Διευθυντής είναι ο ανώτατος λειτουργός ενός Υπουργείου ή Υφυπουργείου. Δεν είναι πολιτικός προϊστάμενος. Δεν χαράσσει πολιτική. Δεν λειτουργεί αυτόνομα ως θεσμικό κέντρο αποφάσεων. Έχει ευθύνη διοικητική: να εφαρμόζει τη νομοθεσία, να διασφαλίζει τη συνέχεια, την αποτελεσματική οργάνωση και την ευάρμοστη λειτουργία της υπηρεσίας, να συντονίζει τους λειτουργούς, να υλοποιεί την πολιτική που καθορίζει η πολιτική ηγεσία- εν προκειμένω η Υφυπουργός. Έχει ευθύνη ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού.
Δεν είναι καλλιτεχνικός διευθυντής, ούτε θεματοφύλακας αισθητικών επιλογών. Είναι ο τεχνοκράτης που διασφαλίζει τη νομιμότητα, τη συνέχεια της διοίκησης, τη θεσμική μνήμη. Θέτει πλαίσιο. Δεν υποκαθιστά, δεν συγκεντρώνει τα πάντα στο γραφείο του. Ο ρόλος του είναι επιτελικός και διοικητικός, όχι πολιτικός. Πουθενά δεν περιγράφεται ως φορέας προσωπικής στρατηγικής. Η ανώτατη διοίκηση δεν προσφέρεται για ατομικές πρωτοβουλίες υψηλής ορατότητας.
Όταν, λοιπόν, σε μια υπηρεσία δημιουργείται η αίσθηση ότι όλες οι κρίσιμες διαδικασίες περνούν από ένα γραφείο, όταν ο ορισμός επιτροπών στην πορεία αναστέλλεται για επανασχεδιασμό από μηδενική βάση, όταν λειτουργοί νιώθουν ότι ακυρώνονται και οι εισηγήσεις τους παραμερίζονται ή δεν προχωρούν χωρίς προσωπική έγκριση, το ερώτημα που προκύπτει είναι πόσο όλα αυτά συμβαδίζουν με το θεσμικό πλαίσιο.
Το ίδιο το Σχέδιο Υπηρεσίας προβλέπει «ικανότητες διαχείρισης αλλαγών». Η αλλαγή όμως σε μια δημόσια υπηρεσία oργανώνεται, τεκμηριώνεται, εξηγείται. Δεν επιβάλλεται μονομερώς. Διαφορετικά παράγει παρακώλυση. Η διοίκηση κρίνεται από την ικανότητά της να διασφαλίζει προβλεψιμότητα κι όχι από τη συγκέντρωση εξουσίας.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος θέλει να αλλάξει τα κακώς κείμενα. Κανένα Υπουργείο δεν λειτουργεί τέλεια, πολλώ δε μάλλον το Υφυπουργείο Πολιτισμού. Ο πολιτιστικός τομέας είχε πάντοτε εντάσεις, αδυναμίες, στρεβλώσεις. Η ανάγκη βελτίωσης και θεραπείας είναι υπαρκτή και επιτακτική. Όταν, όμως, η μεταρρύθμιση γίνεται σπασμωδικά και αστάθμητα, χωρίς εμπιστοσύνη στο ανθρώπινο δυναμικό, χωρίς διάλογο, χωρίς κατανόηση των διοικητικών ορίων, τότε το πιθανότερο είναι να έχει αντίστροφο αποτέλεσμα και να οδηγήσει σε εσωστρέφεια.
Εσχάτως, φτάνουν πληροφορίες μέχρι και για προφορικές και γραπτές καταγγελίες προς την ΠΑΣΥΔΥ σχετικά με τη συμπεριφορά της διοίκησης, γεγονός που μαρτυρά ότι το όλο ζήτημα, πέρα από διαφωνίες και τριβές, αγγίζει την εργασιακή καθημερινότητα, δείχνει ότι η εσωτερική ισορροπία έχει διαταραχθεί και περιγράφει ένα κλίμα απορρύθμισης.
Φαίνεται ότι η υπόθεση της ΣΠΕΛ και η βεβιασμένη μετονομασία της σε «Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης» ήταν ένα προειδοποιητικό σύμπτωμα. Κυρίως επειδή προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία, χωρίς επαρκή προεργασία και χωρίς να έχει προηγηθεί η αναγκαία θεσμική ζύμωση, γεγονός που εκθέτει όλη την ιεραρχία του Υφυπουργείου και βαραίνει και την πολιτική ηγεσία.
Κάπου εδώ θα επαναφέρουμε και τη λεπτή, άβολη διάσταση της γνωστής τοις πάσι συγγενικής σύνδεσης του Γενικού Διευθυντή με το στενότερο πολιτικό περιβάλλον του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό από μόνο του δεν είναι παράνομο, ούτε συνεπάγεται αυτομάτως ευνοιοκρατική μεταχείριση. Ωστόσο, σε μια μικρή χώρα κι ένα ευάριθμο και υποστελεχωμένο Υφυπουργείο, όπου οι υπηρεσιακές σχέσεις είναι εκ των πραγμάτων στενές και καθημερινές, καλλιεργεί αντικειμενικά ένα αίσθημα αυξημένης πολιτικής εγγύτητας, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμία απολύτως παρέμβαση. Η εντύπωση ισχύος λειτουργεί αποτρεπτικά για τους υφισταμένους και αρκεί για να δημιουργήσει τριγμούς, κατά βάση ψυχολογικούς και κατά προέκταση θεσμικούς.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η Υφυπουργός δεν μένει εκτός κάδρου. Δεδομένου ότι προέρχεται από τον πανεπιστημιακό χώρο και όσο κι αν δεν «καίγεται» για πολιτική καριέρα, είναι ένα ερώτημα πόσο λυμένα είναι τα χέρια της ως προς την άσκηση των καθηκόντων της. Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να διασφαλίζει ότι η διοικητική λειτουργία υπηρετεί και δεν υποκαθιστά την πολιτική κατεύθυνση. Όπως οφείλει να προστατεύει το κύρος του Υφυπουργείου και το εργασιακό περιβάλλον των λειτουργών του.
Ο διοικητικός μηχανισμός λειτουργεί σωστά μόνο όταν κάθε γρανάζι γνωρίζει τον ρόλο του και τον ασκεί με σεβασμό στα όρια του άλλου. Αν η εξουσία και ο έλεγχος συγκεντρώνονται σε έναν πόλο η υπηρεσία αποδυναμώνεται και οι διαδικασίες επιβραδύνονται. Ο τομέας δεν αντέχει άλλη αρνητικότητα, άλλες τροχοπέδες, άλλες εντάσεις και άλλα δράματα.
Ελεύθερα, 15.2.2026
Who's Steering the Ship at the Deputy Ministry of Culture?
The article focuses on the unclear situation surrounding the implementation of the Museum of Contemporary Art in Nicosia and, more broadly, the administrative functioning of the Deputy Ministry of Culture. The author expresses doubts about the progress of the project, as statements from the Deputy Minister and the Mayor of Nicosia appear to differ. Furthermore, it refers to potential connections with controversial procedures regarding SPEL. The main problem highlighted is the administrative congestion within the Deputy Ministry, with delays in committees, decisions, and procedures. The author emphasizes that the Director-General, although the highest-ranking official, is not a political supervisor and should not concentrate all decisions in his office, but rather function as a staff and administrative factor. The criticism is directed at the lack of institutional functioning and the feeling that procedures are determined by personal initiatives. This raises questions about the legality and continuity of administration. The article concludes by emphasizing the need for transparency and adherence to institutional rules within the Deputy Ministry of Culture to ensure its effective operation and the implementation of important projects such as the Museum of Contemporary Art.
You Might Also Like
Αββακούμ: Ζητούν από τον ΠτΔ επιστροφή αντικειμένων εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ
Feb 2
Καθαιρεθέντες μοναχοί Αββακούμ: Πυρά κατά πάντων σε επιστολή προς Χριστοδουλίδη – Αιχμές για συγκάλυψη του Μητροπολίτη Ταμασού Ησαΐα
Feb 2
Ο Κούμας, η Annie, η μπόχα και η απραξία της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας
Feb 3
Η πολιτική στο απόσπασμα…
Feb 8
Η διαφθορά, οι διακηρύξεις και η πραγματικότητα
Feb 8