Philenews

Να μετανομάσουμε και το Παλλάς σε Μέγαρο Μουσικής

Published January 25, 2026, 09:12
Να μετανομάσουμε και το Παλλάς σε Μέγαρο Μουσικής

Με κίνδυνο να διολισθήσω στην περιαυτολογία, θέλω να υπενθυμίσω ότι εδώ και 15–20 χρόνια έχω υποστηρίξει σταθερά την ανάγκη δημιουργίας Υφυπουργείου Πολιτισμού ή, τέλος πάντων, μιας στιβαρής ανεξάρτητης δομής που θα ασκεί θεσμικά πολιτική για τον τομέα.
Αρκετοί –ακόμη και άνθρωποι του χώρου– κασσάνδριζαν το διάστημα μέχρι να γίνει τελικά το Υφυπουργείο πραγματικότητα ότι θα προκύψει ένα έκτρωμα: ένα υποστελεχωμένο γραφειοκρατικό τέρας, αποκομμένο από την πραγματικότητα της πολιτιστικής παραγωγής, που θα αναπαράγει παθογένειες, θα διογκώνει διαδικασίες και θα δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα επιλύει.
Δεν υιοθετώ αυτή τη θέση. Ούτε μετανιώνω για τη δημόσια στήριξή μου, από το μικρό μου μετερίζι, στην ίδρυση του Υφυπουργείου Πολιτισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το βάζουμε σε προστατευτική γυάλα και το θέτουμε στο απυρόβλητο. Αντίθετα: η κριτική είναι επιβεβλημένη ακριβώς τώρα, που 3,5 χρόνια μετά την ίδρυσή του το Υφυπουργείο βρίσκεται ακόμη στη φάση διαμόρφωσης ταυτότητας, ρόλου, νοοτροπίας και ορίων διοίκησης.
Η αιφνιδιαστική μετονομασία της Κρατικής Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης (ΣΠΕΛ) σε «Μουσείο Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης» είναι κάτι παραπάνω από ένα δευτερεύον επικοινωνιακό ατόπημα, μια ατσούμπαλη συμβολική κίνηση. Είναι ένα σοβαρό σύμπτωμα, ένα μικρό, αλλά αποκαλυπτικό επεισόδιο μιας εξαντρίκ θεσμικής πραγματικότητας που επαναλαμβάνεται: σύγχυση ρόλων, ευκολία στα λόγια, θεσμική ανωριμότητα, προχειρότητα στις δομές και μια επίμονη τάση το περιτύλιγμα να προηγείται της ουσίας και ο πολιτισμός να αντιμετωπίζεται ως χώρος διαχείρισης εντυπώσεων κι όχι ως πεδίο πολιτικής.
Σε μια συγκυρία κατά την οποία το κυπριακό κράτος, εν μέσω Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, επενδύει σημαντικούς πόρους για την προβολή ενός «συνεκτικού πολιτιστικού αφηγήματος», η ανάγκη για ένα κρατικό μουσείο σύγχρονης τέχνης παραμένει ακόμη στο στάδιο της τεκμηρίωσης. Κι όμως, αντί να προχωρούμε με νηφαλιότητα στη θεσμική οικοδόμηση και την υλοποίηση ενός τέτοιου φορέα, επιλέγουμε μια «απότομη» λεκτική επίλυση του προβλήματος.
Μουσείο σημαίνει θεσμική υπόσταση, σαφή αποστολή, συλλογές, αρχεία, έρευνα, επιμελητική στρατηγική, εκπαιδευτικό έργο, επαγγελματική στελέχωση και διαρκή λογοδοσία. Δεν φτιάχνεις μουσείο αλλάζοντας πινακίδες και αφίσες. Ούτε καν εγκαινιάζοντας ή επιστρατεύοντας ένα κτήριο. Γι’ αυτό η αιφνίδια αυτή εξέλιξη μοιάζει να αγγίζει τα όρια της παράκρουσης.
Για να γίνει πιο κατανοητό το μέγεθος της σύγχυσης, φανταστείτε το Υφυπουργείο Πολιτισμού να λάβει αύριο ξαφνικά την απόφαση να κρεμάσει έξω από το Θέατρο Παλλάς μια ταμπέλα που να γράφει «Μέγαρο Μουσικής Κύπρου». Η αιτιολογία μπορεί να είναι ότι γίνεται προσπάθεια να προωθηθούν τα πράγματα ώστε να καλυφθεί ένα σημαντικό κενό. Στην πράξη, όμως, κάθε άλλο παρά δημιουργείται ένας ισχυρός θεσμός διεθνούς εμβέλειας. Αντίθετα, αρπακολλιέται μια συνθήκη που πιθανότερο είναι να οδηγήσει την αδρόπετση πολιτεία στον εφησυχασμό.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κίνηση έρχεται σε αντιδιαστολή με τη δουλειά που έγινε αυτούς τους 12 μήνες από τη Συμβουλευτική Επιτροπή για το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που διορίστηκε με κάθε επισημότητα. Μια επιτροπή που συγκροτήθηκε ακριβώς για να αποφευχθούν τέτοιες προχειρότητες. Άνθρωποι με γνώση των μουσείων, της σύγχρονης τέχνης και των νομικών πλαισίων εργάστηκαν εθελοντικά, μεθοδικά και σοβαρά. Το νερό έμοιαζε ότι αρχίζει να μπαίνει στο αυλάκι. Και ξαφνικά, το αυλάκι αλλάζει ρότα χωρίς καμία ενημέρωση, διαβούλευση, προειδοποίηση ή εξήγηση, περνώντας στα μέλη το μήνυμα ότι ο ρόλος τους μάλλον ήταν διακοσμητικός.
Φρονώ ότι πέρα από ζήτημα τακτ ή αδέξιου συντονισμού, αναδεικνύεται το πραγματικό πρόβλημα που είναι η έλλειψη πολιτιστικής κουλτούρας διακυβέρνησης. Τι να κάνουμε; Έχουμε πρόβλημα νοοτροπίας. Δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε τη διαφορά ανάμεσα σε μια ουσιώδη απόφαση πολιτικής κι ένα επικοινωνιακό τρικ. Αντέχει όμως ο πολύπαθος τομέας να λειτουργεί με λογικές «βλέποντας και κάνοντας»; Ή μήπως το ζήτημα είναι ακριβώς ότι τα μπαλώματα και οι πρόσκαιρες λύσεις είναι η μόνη του επιλογή; Τι να σκεφτεί άραγε κανείς βλέποντας ότι τα ακανθώδη και δύσκολα, δηλαδή τα χρήματα, οι δομές, η στρατηγική, οι συγκρούσεις μετατίθενται συνεχώς, ενώ τα εύκολα, δηλαδή οι ονομασίες και τα αφηγήματα προωθούνται σχεδόν… αυθόρμητα;
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η υπόθεση αυτή αδικεί και εκθέτει και τους ίδιους τους συντελεστές της έκθεσης «Αγροποιητική: χώματα/σώματα». Μια έκθεση που βρέθηκε στην πορεία, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση, να πλασάρεται ως «η πρώτη του Μουσείου Μοντέρνας και Σύγχρονης Τέχνης» (!), το οποίο μουσείο στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Καλλιτέχνες και επιμελητές μετατράπηκαν άθελά τους σε κομπάρσους μιας εντυπωσιοθηρικής επιχείρησης. Τους προσκάλεσαν να εργαστούν σοβαρά, να καταθέσουν προτάσεις, να καλύψουν με τη δουλειά τους θεσμικά κενά και λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια τους αφήνουν να βολοδέρνουν μέσα σ’ έναν στρόβιλο ασυναρτησίας.
Υπάρχει, τέλος, κι ένα ακόμη ζήτημα πιο λεπτό αλλά κατά τα φαινόμενα οργανικό: ποιος έχει την τελική ευθύνη των κρίσιμων αποφάσεων στο Υφυπουργείο Πολιτισμού; Γεννάται ένα εύλογο ερώτημα θεσμικής ισορροπίας και ορίων. Ιδίως όταν οι σχέσεις ανάμεσα στο Υφυπουργείο και το Προεδρικό μοιάζουν πλέον να είναι στενότερες και δημιουργείται η αίσθηση ότι το τελευταίο έχει «κατασκηνώσει» στην οδό Ιφιγενείας.
Μακάρι, βέβαια, αυτό να σήμαινε την έμπρακτη έκφραση αυξημένης σημασίας από πλευράς κυβέρνησης στον τομέα, αλλά το μαχαίρι είναι δίκοπο και μάλλον η άλλη πλευρά είναι πιο κοφτερή. Κι εννοώ από πρακτικής και λειτουργικής άποψης και από σκοπιάς αποτελεσματικής διοίκησης.
Ελεύθερα, 25.1.2026