Το Κυπριακό, περισσότερο από κάθε άλλη ανοικτή διεθνή εκκρεμότητα στην Ευρώπη, χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη ακινησία που τείνει να μετατρέπεται σε κανονικότητα. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά την εισβολή και την κατοχή, η απουσία ουσιαστικής προόδου δεν εκλαμβάνεται πλέον ως προσωρινή ανωμαλία, αλλά ως σταθερό πλαίσιο στο οποίο διαμορφώνονται πολιτικές, στρατηγικές και κοινωνικές αντιλήψεις. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, με πρόσφατο άρθρο του έγκριτου δημοσιογράφου Διονύση Διονυσίου, επανέρχεται η συζήτηση για μια λύση «κατά φάσεις», όχι ως ιδεολογική καινοτομία, αλλά ως απόπειρα προσαρμογής στον ρεαλισμό των σημερινών συσχετισμών και των πραγματικών αντοχών των δύο κοινοτήτων.
Η βασική παραδοχή της προσέγγισης αυτής είναι ότι το μοντέλο της συνολικής, εφάπαξ λύσης, που κυριάρχησε για δεκαετίες στις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, έχει εξαντλήσει τα όριά του. Η εμπειρία του 2004 παραμένει καθοριστική, όχι μόνο λόγω του αποτελέσματος, αλλά κυρίως λόγω των πολιτικών και ψυχολογικών μηχανισμών που ενεργοποιήθηκαν. Οι Ελληνοκύπριοι κλήθηκαν τότε να εγκρίνουν ένα πλήρες και σύνθετο σχέδιο, με εκτεταμένες παραχωρήσεις και ασαφείς εγγυήσεις εφαρμογής, χωρίς να έχουν προηγηθεί απτά δείγματα λειτουργικότητας ή εμπιστοσύνης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια απόρριψη ενός συγκεκριμένου κειμένου, αλλά η παγίωση μιας βαθιάς καχυποψίας απέναντι σε κάθε συνολική λύση που προβάλλεται ως «τελευταία ευκαιρία». Έκτοτε, κάθε νέα διαπραγματευτική προσπάθεια κινείται στη σκιά εκείνου του προηγούμενου. Οι κοινωνίες παραμένουν επιφυλακτικές, οι πολιτικές ηγεσίες διστάζουν να επενδύσουν πολιτικό κεφάλαιο, ενώ η Τουρκία αξιοποιεί τον χρόνο για να εδραιώσει τετελεσμένα στο έδαφος και στο διεθνές αφήγημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ιδέα μιας λύσης κατά φάσεις επιχειρεί να αντιστρέψει τη λογική της διαδικασίας. Αντί να απαιτείται πλήρης εμπιστοσύνη εκ των προτέρων, προτείνεται η σταδιακή οικοδόμησή της μέσα από συγκεκριμένα και μετρήσιμα βήματα.
Η προσέγγιση αυτή δεν είναι άγνωστη στη διεθνή πρακτική. Σε περιπτώσεις παρατεταμένων συγκρούσεων, όπου οι πλευρές αδυνατούν να συμφωνήσουν σ’ ένα συνολικό πλαίσιο, η σταδιακή εφαρμογή μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης έχει λειτουργήσει ως μηχανισμός αποσυμπίεσης και προετοιμασίας του εδάφους. Στην κυπριακή περίπτωση, μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να περιλαμβάνει προκαθορισμένες δεσμευτικές συμφωνίες επί των βασικών παραμέτρων της λύσης, συνοδευόμενες από μια μεταβατική περίοδο που θα εφαρμόζονται επιλεγμένα στοιχεία, υπό διεθνή εποπτεία και με σαφές χρονοδιάγραμμα.
Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι η ίδια η έννοια της φάσης, αλλά η πολιτική της στόχευση. Μια μεταβατική περίοδος θα όφειλε να αποφέρει απτά οφέλη και στις δύο κοινότητες, ώστε να μετατραπεί η λύση από αφηρημένη υπόσχεση σε καθημερινή εμπειρία. Η σταδιακή ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων σε ευρωπαϊκά προγράμματα, η ενίσχυση του διακοινοτικού εμπορίου, η κοινή διαχείριση συγκεκριμένων τομέων πολιτικής ή ακόμη, και πιλοτικές ρυθμίσεις στο εδαφικό και περιουσιακό, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δοκιμαστικός μηχανισμός λειτουργικότητας, χωρίς να αναγνωρίζει ή να επισημοποιεί τις συνέπιες της κατοχής και διαίρεσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα δημοψηφίσματα δεν θα αποτελούσαν άλμα στο άγνωστο, αλλά επιβεβαίωση μιας ήδη βιωμένης πραγματικότητας.
Ωστόσο, η λύση κατά φάσεις δεν στερείται κινδύνων. Ο σοβαρότερος αφορά τον κίνδυνο παγίωσης μιας ενδιάμεσης κατάστασης που δεν θα οδηγεί ποτέ στην τελική διευθέτηση. Η ιστορία του Κυπριακού είναι γεμάτη από μεταβατικά σχήματα που κατέληξαν μόνιμα. Χωρίς σαφή και δεσμευτική σύνδεση κάθε φάσης με την επόμενη, και χωρίς ουσιαστικές και πρακτικές διεθνείς εγγυήσεις, μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της Τουρκίας, που έχει κάθε λόγο να προτιμά μια ελεγχόμενη στασιμότητα από μια λύση που θα περιόριζε την επιρροή της.
Επιπλέον, η σταδιακή προσέγγιση δεν αίρει το θεμελιώδες πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή τη σύγκρουση αφηγημάτων για το τελικό μοντέλο λύσης. Η τουρκική πλευρά προωθεί πλέον ανοικτά τη λογική των δύο κρατών, επενδύοντας σε μια στρατηγική διεθνούς εξοικείωσης με την ιδέα της μόνιμης διχοτόμησης, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής και επίσημων τοποθετήσεων, στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, όπως αυτή ορίζεται στα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Αυτή η απόκλιση δεν είναι απλώς τεχνική ή διαδικαστική, αλλά βαθιά πολιτική και αξιακή. Μια διαδικασία κατά φάσεις μπορεί να δημιουργήσει χρόνο και χώρο για διαχείριση της έντασης, για οικοδόμηση περιορισμένης εμπιστοσύνης ή για πρακτικές διευθετήσεις χαμηλής πολιτικής. Δεν εγγυάται, ωστόσο, από μόνη της τη γεφύρωση αυτής της απόστασης, ούτε τη μετατόπιση στρατηγικών επιδιώξεων. Αντίθετα, ελλοχεύει ο κίνδυνος η προσωρινή συνεργασία να αξιοποιηθεί για τη σταδιακή εμπέδωση τετελεσμένων και τη νομιμοποίηση διαφορετικών τελικών στόχων, μετατρέποντας τη μεταβατικότητα σε μόνιμη αβεβαιότητα και το αδιέξοδο σε κανονικότητα.
Παρά ταύτα, η απόλυτη απόρριψη της λύσης κατά φάσεις ενδέχεται να συνιστά πολυτέλεια που η Κύπρος δεν διαθέτει πλέον. Το υφιστάμενο στάτους κβο δεν είναι ουδέτερο. Κάθε χρόνος που περνά ενισχύει την de facto διχοτόμηση, εδραιώνει τη δημογραφική αλλοίωση στα κατεχόμενα και καθιστά πολιτικά δυσκολότερη οποιαδήποτε επανένωση. Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε μια ιδανική συνολική λύση και μια ατελή σταδιακή διαδικασία, αλλά ανάμεσα στη διαχείριση της στασιμότητας και στην ελεγχόμενη προσπάθεια υπέρβασής της.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η λύση κατά φάσεις είναι ιδανική, αλλά αν μπορεί να σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να υπηρετεί και να διασφαλίζει έναν σαφή τελικό στόχο, και να μην εξελιχθεί σε άλλοθι αδράνειας. Η ιστορική εμπειρία του Κυπριακού δείχνει ότι οι ενδιάμεσες ρυθμίσεις, όταν στερούνται δεσμευτικού ορίζοντα και μηχανισμών ελέγχου, τείνουν να παγιώνονται και να μετατρέπονται σε νέα δεδομένα, υπονομεύοντας αντί να διευκολύνουν τη συνολική λύση. Μια προσέγγιση κατά φάσεις μπορεί να έχει νόημα μόνο εφόσον εντάσσεται σ’ ένα αυστηρά καθορισμένο και δεσμευτικό πλαίσιο, με χρονοδιαγράμματα, ρήτρες εφαρμογής και σαφή πολιτική λογοδοσία. Αυτό προϋποθέτει πολιτική βούληση, διαφάνεια απέναντι στην κοινωνία και ειλικρινή ενημέρωση των πολιτών για τα οφέλη, τους κινδύνους και τα όρια μιας τέτοιας επιλογής. Παράλληλα, απαιτεί ενεργό ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όχι ως παθητικού παρατηρητή των εξελίξεων, αλλά ως θεσμικού εγγυητή κινήτρων, εφαρμογής και συμμόρφωσης. Χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή εμπλοκή, με πολιτικό και οικονομικό βάρος, καμιά μεταβατική διαδικασία δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη ούτε να εμπνεύσει την αναγκαία εμπιστοσύνη.
Συμπερασματικά, η συζήτηση για λύση κατά φάσεις αντανακλά μια βαθύτερη ανάγκη αναπροσαρμογής της κυπριακής στρατηγικής. Μετά από δεκαετίες μεγάλων σχεδίων και μικρών αποτελεσμάτων, ο ρεαλισμός επιβάλλει λιγότερες διακηρύξεις και περισσότερες προσπάθειες στο πεδίο. Αν αυτές σχεδιαστούν με καθαρό πολιτικό προσανατολισμό και όχι ως διαχειριστική υπεκφυγή, μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρα προς μια βιώσιμη λύση. Αν όχι, θα αποτελέσουν απλώς ακόμη έναν σταθμό στη μακρά διαδρομή της αναβολής.
*Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη
Cyprus: Realism, Gradual Solution and Political Boundaries
The Cyprus issue is characterized by a prolonged stalemate that has become the norm. More than fifty years after the invasion and occupation, the lack of substantial progress has solidified as a stable framework. The discussion of a “phased” solution is resurfacing as an attempt to adapt to the realism of current conditions and the resilience of the two communities. The basic assumption of this approach is that the model of a comprehensive solution has exhausted its limits, as demonstrated by the 2004 referendum. This experience led to a deep distrust of any comprehensive solution. The idea of a phased solution attempts to reverse this logic, proposing a gradual building of trust through specific steps. This approach is not unknown in international practice and has been used in cases of prolonged conflict. In the Cypriot case, such a strategy could include pre-defined agreements on the basic parameters of the solution, with a transitional period of implementing selected elements under international supervision. The critical element is the political targeting of the transitional period, which should bring tangible benefits to both communities. The gradual integration of Turkish Cypriots into European programs, the strengthening of intercommunal trade, and the joint management of specific policy areas could be steps in this direction.
You Might Also Like
Πολιτική ισότητα χωρίς αυταπάτες: Tο πραγματικό στοίχημα των δύο ηγεσιών
Feb 6
Έρχιουρμαν: Θα μοιραστεί με Γκουτέρες «τη βούληση του λαού του για λύση»
Feb 8
Θα μοιραστεί με ΓΓ ΟΗΕ τη βούληση των Τ/κ για λύση, λέει ο Έρχιουρμαν
Feb 8
Κυπριακό: Μια λύση κατά φάσεις είναι ίσως η πιο ρεαλιστική
Feb 8
Το τέλμα ως επιλογή και πως οι ηγεσίες παγιδεύουν τη λύση
Feb 15