Σε έναν κόσμο που έχει μάθει να αποδέχεται την αντιστροφή της πραγματικότητας ως «γεωπολιτική αναγκαιότητα», ο πόλεμος που εξαπέλυσαν το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον του Ιράν αποτελεί ακόμη ένα κεφάλαιο κυνισμού, υποκρισίας και επικίνδυνης προπαγάνδας. Με πρόσχημα την «απειλή» και με όχημα τον φόβο, οι δύο σύμμαχοι επιχειρούν να σύρουν τον πλανήτη σε μια σύγκρουση που εξυπηρετεί πρωτίστως τα δικά τους γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα.
Αφορμή αποτέλεσε η εκτόξευση δύο βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν προς την αμερικανοβρετανική βάση στο νησί Ντιέγκο Γκαρσία, κίνηση που παρουσιάστηκε από τον ισραηλινό στρατό ως απόδειξη ότι η Τεχεράνη μπορεί να πλήξει ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως το Λονδίνο, το Παρίσι ή το Βερολίνο. Με εκτιμήσεις περί εμβέλειας 4.000 χιλιομέτρων και δηλώσεις πανικού, ο Ισραηλινός Στρατός έσπευσε να βαφτίσει το Ιράν «παγκόσμια απειλή», επιχειρώντας να καλλιεργήσει φόβο και να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων μια προαποφασισμένη επίθεση.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει η γελοιοποίηση της κοινής λογικής. Το Ιράν, είτε αρέσει είτε όχι σε Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ, δεν έχει επιδείξει καμία επιθετική επεκτατική πολιτική στη σύγχρονη ιστορία του. Αντιθέτως, στη συγκεκριμένη σύγκρουση λειτουργεί ως αμυνόμενη χώρα, απαντώντας σε επιθέσεις που δέχεται από βάσεις των αντιπάλων του σε τρίτες χώρες. Η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής αξιοπρέπειας βαφτίζεται «τρομοκρατία», ενώ οι προληπτικοί βομβαρδισμοί παρουσιάζονται ως «αυτοάμυνα».
Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο εν μέσω διαπραγματεύσεων, χωρίς να ενημερώσουν καν τους στενούς τους συμμάχους. Υπολόγιζαν στον αιφνιδιασμό, σε έναν σύντομο πόλεμο-αστραπή τεσσάρων ή πέντε ημερών. Υπολόγιζαν λάθος. Στην τρίτη εβδομάδα της σύγκρουσης, ο πλανήτης ήδη πληρώνει το τίμημα. Αγορές σε αναταραχή, ενέργεια στα ύψη, γεωπολιτική αστάθεια. Και καθώς οι συνέπειες γυρίζουν σε μπούμερανγκ, η απάντηση των «συμμάχων» είναι πως να να εμπλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, ώστε να μοιραστούν την ευθύνη και να πουν αύριο «μαζί τα κάναμε».
Η ίδια ρητορική φόβου είχε χρησιμοποιηθεί και πριν από την έναρξη των επιθέσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ δικαιολόγησε τον πόλεμο ισχυριζόμενος ότι, παρά τις συνομιλίες, πίστευε πως το Ιράν θα χτυπούσε πρώτο. Ωστόσο, η πραγματικότητα τον διαψεύδει εκκωφαντικά. Ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας των ΗΠΑ, Τζο Κεντ, παραιτήθηκε δηλώνοντας ότι δεν μπορεί «με καθαρή συνείδηση» να στηρίξει έναν πόλεμο που δεν βασίζεται σε πραγματική, επικείμενη απειλή, αλλά σε πιέσεις από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό λόμπι του.
Η παραίτηση αυτή αποτελεί ρωγμή στο αφήγημα. Δείχνει ότι ακόμη και μέσα στο ίδιο το αμερικανικό σύστημα εξουσίας υπάρχουν φωνές που αναγνωρίζουν τον τυχοδιωκτισμό και την επικινδυνότητα της σύγκρουσης. Παράλληλα, ο Τραμπ αντιμετωπίζει αυξανόμενη διεθνή κατακραυγή αλλά και εσωτερική πολιτική πίεση για τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητα του πολέμου.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, Ισραήλ και ΗΠΑ βρίσκονται σε έναν στενό κλοιό αντιδράσεων. Κι όταν στενεύει ο κλοιός, η συνήθης συνταγή είναι η κλιμάκωση και η διεθνοποίηση. Όμως, όσο κι αν επενδύουν στην προπαγάνδα και στα τρομολαγνικά σενάρια που αναπαράγονται ακόμη και μέσω πλατφορμών όπως το X, ολοένα και περισσότεροι λαοί δεν «χαβούν» το παραμύθι. Γιατί η αλήθεια, όσο κι αν βομβαρδίζεται, έχει την κακή συνήθεια να επιβιώνει.
Τα τελευταία 50 χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκευάζουν εχθρούς και εξάγουν πολέμους. Εμφανίζονται σχεδόν μόνιμα σε κάποιο πολεμικό μέτωπο. Από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι τη Λιβύη, τη Συρία και την Ουκρανία με το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται. Απειλή, εξοπλισμοί, τρομοκρατία, εκδημοκρατικοποίηση. Πόλεμοι που βαφτίστηκαν «ανθρωπιστικοί» άφησαν πίσω τους κατεστραμμένα κράτη και εκατομμύρια νεκρούς. Όταν η βία γίνεται εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, η ειρήνη υπονομεύεται συνειδητά. Κι όμως, η ιστορία συνεχίζει να παρουσιάζεται αντεστραμμένη, με τον θύτη στον ρόλο του σωτήρα.
Πάμε να δούμε επιγραμματικά την δράση των τελευταίων 50 χρόνων. Περιλαμβάνονται άμεσες εισβολές, βομβαρδισμοί, «αντιτρομοκρατικές» επιχειρήσεις, αλλαγές καθεστώτων και πόλεμοι μέσω αντιπροσώπων. Βιετνάμ 1975, Γρενάδα 1983, Παναμάς 1989, Ιράκ-Πόλεμος του Κόλπου 1991, Σομαλία 1992, Γιουγκοσλαβία 1999, Αφγανιστάν 2001, Ιράκ 2003. ΛΙβύη 2011, Συρία 2011, Υεμένη 2015, Ουκρανία 2014. Στις πλείστες χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ.
Οι Αμερικανοί βολιδοσκοπούν πλέον την διάδοχο ηγεσία του Ιράν, η οποία να βρίσκεται κάτω από την επιρροή τους. Ποια η διαφορά από την ναζιστική Γερμανία και κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς μέσα από την Ιστορία, που εγκαθιστούν ηγέτες σε ξένες χώρες είτε υπό κατοχή είτε υπό τον μανδύα της δημοκρατίας, προσκείμενους τους;
Manufacturing Enemies and Exporting Wars
The article is a strong condemnation of the war launched by Israel and the United States against Iran, characterizing it as another example of cynicism, hypocrisy, and dangerous propaganda. The author argues that the war was started under the pretext of "threat" and driven by fear, serving the geopolitical and economic interests of the US and Israel. It points out that Iran is acting as a defending country and that portraying it as a "global threat" is an attempt to legitimize the war. The author criticizes the lack of information to allies before the start of the attacks and the underestimation of the consequences of the war. It also mentions the resignation of the director of the US National Counterterrorism Center, who disagreed with the war, as evidence of a crack in the narrative. Overall, the article denounces the policies of the US and Israel as reckless and dangerous.