Αλίμονο στον λαό που την ιστορία του τη γράφουν οι ποιητές και την ποίησή του οι ιστορικοί. Δεν την είπε κανένας αυτή τη μπούρδα- απ’ ό,τι ξέρω δηλαδή. Απλά άστραψε στο πτωχό μυαλό μου σαν έκλαμψη, καθώς διάβαζα τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου, με φόντο τις φωτογραφίες από την Καισαριανή που εμφανίστηκαν σαν κεραυνός εν αιθρία και στοίχειωσαν τις τελευταίες μέρες την υαλόφρακτη καθημερινότητά μας.
Και τη διάβαζα, πραγματικά, σαν να ήταν η πρώτη φορά. Και μπορεί να ήταν, με δεδομένη την οπτική που επιτακτικά άνοιξε το συντριπτικό ρήγμα στο χωροχρονικό συνεχές που προκάλεσαν οι αδυσώπητες αυτές εικόνες, οι οποίες ήρθαν να τραντάξουν την εθνική μας αταραξία.
Να που ο στίχος «Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο» βρήκε την πιο γλαφυρή εικονιστική του αποτύπωση. «Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο», το ίδιο. «Όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε», επίσης. Και ούτω καθεξής. Εν πάση περιπτώσει, είναι διαφορετικό να συνθέτεις εικόνες με τη φαντασία και με βάση μαρτυρίες, αφηγήσεις, ή μύθους κι άλλο να το βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια.
Και μάλιστα, σε μια εποχή που οι καλικάντζαροι των μισητικών, φασιστικών ιδεοληψιών άρχισαν πάλι να ξεπηδούν, τουαλεταρισμένοι, μέσα από τον βόθρο της Iστορίας. Η ίδια εκείνη Iστορία που το νεοελληνικό κράτος νόμιζε ότι μάντρωσε ξεδοντιασμένη στο υπόγειο, μπούκαρε με τις λασπωμένες της μπότες από τη σπασμένη πόρτα.
Στο ελληνικό παράδειγμα, το πεδίο της τέχνης και της δημιουργίας ήταν το μόνο που κοίταξε τον ήλιο κατάματα, επιχείρησε να επεξεργαστεί το τραύμα και τις νευρώσεις που γεννά η απώθησή του. Ανήμπορο και αμήχανο να ελέγξει για μια φορά ακόμη το αφήγημα, το σημερινό ελληνικό κράτος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να διεκδικήσει τα τεκμήρια. Πρώτα όμως δάγκωσε τη φαρμακερή του γλώσσα, επιχειρώντας τραγελαφικά να αποπολιτικοποιήσει την εξέλιξη, χαρακτηρίζοντας τους εκτελεσθέντες «πατριώτες».
Δεν ήταν πατριώτες; Και βέβαια ήταν, μόνο που το επίσημο κράτος της εποχής εκείνης κάθε άλλο παρά ως τέτοιους τους ταξινομούσε τότε, αντίθετα τους στοχοποιούσε ως εχθρούς του, παραδίδοντάς τους στη συνέχεια στους κατακτητές.
Τι θέλεις τώρα και ξύνεις πληγές, θα ρωτήσει κάποιος. Ας κοιτάξουμε να μονιάσουμε, τόσα χρόνια έχουν περάσει, καιρός να επέλθει επιτέλους εκείνη η ρημάδα η εθνική συμφιλίωση. Και φτάνουμε λοιπόν στο κλου της σημερινής μας υπόθεσης που είναι ότι κανένα «σπίτι» δεν μπορεί να εξωραϊστεί και να καλλωπιστεί όσο φυλάει τις ακαθαρσίες του κάτω από το χαλί. Εκείνο το άτιμο το τραύμα έχει το χούι να επιστρέφει ως πολιτική παθολογία.
Ένας λαός που απωθεί συνειδητά την ευθύνη, τον οδύνη, τις πληγές του, χωρίς να τις καθάρει, είναι καταδικασμένος να πορεύεται με μόνιμη άτη. Έτσι αναπαράγει μύθους αυτοθυματοποίησης, μηχανισμούς συλλογικής άρνησης, συνθήκες πόλωσης και διχασμού, ενώ το απωθημένο- διαγενεακό πια- τραύμα μετατρέπεται σε πολιτισμική νεύρωση.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες που κουκουλώνουν και ωραιοποιούν το παρελθόν τους και δεν το επεξεργάζονται παράγουν καχυποψία, ανασφάλεια, σωτηρολαγνεία. Αντιθέτως, κράτη με εγκληματικό παρελθόν κατάφεραν να σπάσουν το απόστημα επενδύοντας σε εκπαίδευση, μνήμη και θεσμική αυτοκριτική ή διαδικασίες ανάδειξης της αλήθειας και επίτευξης της συμφιλίωσης.
Καμία κοινωνία δεν αντέχει επ’ άπειρον να ζει αποφεύγοντας να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη. Η αποσιώπηση προσφέρει βραχυπρόθεσμη «τάξη» και «ηρεμία», αλλά στην ουσία της δεν είναι παρά μια επιλογή φυγοπονίας. Καταφέρνει πάντως να αποδυναμώνει τους θεσμούς, να δημιουργεί ηθική σύγχυση, να ανατροφοδοτεί κύκλους βίας ή συμβολικής εκδίκησης. Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα, με σημαίες και με ταμπούρλα.
Οι 200 εκτελεσθέντες, πέρα από το ότι ήταν πατριώτες, είχαν και μια άλλη κοινή ιδιότητα. Την ιδιότητα η εναντίωση στην οποία, πριν ακόμη έρθουν οι Γερμανοί, αποτέλεσε τη συγκολλητική ουσία που ένωσε τον ανερμάτιστο χώρο της δεξιάς στον ελληνικό χώρο. Άκουγα με ενδιαφέρον τον ιστορικό Μενέλαο Χαραλαμπίδη να επισημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει μοναδικό παράδειγμα πλήρους ατιμωρησίας και εξακολουθεί να παίζει κρυφτούλι πίσω από θέματα ταμπού και φαλκιδευμένες θεωρίες. Και σκέφτηκα ότι οι βιολογικοί και κυρίως οι ιδεολογικοί επίγονοι των ατιμώρητων ζητάνε σήμερα και τα ρέστα. Το παρελθόν, λέει, όσο κι αν το σκεπάζεις, θα βρει τρόπο να βγει στην επιφάνεια. Πρέπει να τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας μαζί του.
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης περιγράφει τους κοτζαμπάσηδες, τους κομπραδόρους και τους δωσίλογους ως μια διαχρονική, αλληλένδετη αλυσίδα εξουσίας που λειτουργεί στο νεοελληνικό κράτος ως πλασιέ ξένων συμφερόντων, εμποδίζοντας την πραγματική ανεξαρτησία και τον εκσυγχρονισμό του. Οι κοτζαμπάσηδες εμφανίζονται ως η προ-καπιταλιστική μορφή αυτής της εξουσίας. Επί Καποδίστρια αντιστάθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια δημιουργίας οργανωμένου κράτους, καθώς απειλούσε τα τοπικά τους προνόμια. Δεκαετίες αργότερα, παρότι ο Βενιζέλος προσπάθησε να περιορίσει την επιρροή τους, η νοοτροπία τους επιβίωσε μέσω των πολιτικών κομμάτων και των «κουμπάρων», θέτοντας πάντα το τοπικό ή προσωπικό συμφέρον πάνω από το εθνικό.
Οι «αιώνιοι κομπραδόροι», που στην Κατοχή λειτουργούσαν ως λαδέμποροι και μαυραγορίτες, είναι μια τάξη που πλουτίζει παρασιτικά, «απομυζώντας» τον πλούτο της χώρας και εξάγοντας τα κέρδη σε τράπεζες του εξωτερικού. Θα γίνονταν πράκτορες και παρακεντέδες ξένων δυνάμεων, προκειμένου να εξασφαλίσουν την προστασία των συμφερόντων τους. Στερούνται αληθούς εθνικής συνείδησης, χρησιμοποιώντας τον πατριωτισμό μόνο ως προπέτασμα.
Οι δωσίλογοι αποτελούν την πιο ακραία μορφή αυτής της αλυσίδας. Το μεταπολεμικό κράτος στηρίχθηκε σ’ αυτούς, τους «βάφτισε» εθνικόφρονες και τους επέτρεψε να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό, την αστυνομία και τον στρατό για να πολεμήσουν τους «κομμουνιστάς». Το σύγχρονο ελληνικό κράτος προτίμησε να παραβλέψει τους ήρωες της Αντίστασης, ανακυκλώνοντας και νομιμοποιώντας τους μαυραγορίτες.
Το «αθεράπευτο τραύμα της δεκαετίας του ’40» βάθυνε επειδή η κάθαρση δεν επήλθε ποτέ· αντίθετα, οι θύτες έγιναν κυρίαρχοι της μεταπολεμικής ζωής. Το κλίμα αυτό επέτρεψε σε ανθρώπους μειωμένης ηθικής να αναρριχηθούν στην εξουσία, δημιουργώντας μια παράδοση πολιτικού τραμπουκισμού, σε μια ευθεία, νομοτελειακή γραμμή που συνδέεται με τη δικτατορία των συνταγματαρχών- γνήσιο τέκνο του «ιερού» παρακρατικού μηχανισμού που επωάστηκε μέσα στο κλίμα αυτό.
Και τα τραύματα, σαν άδικη κατάρα, θα συναντούν αέναα και αναλλοίωτα τη χώρα στο παρόν, ακριβώς επειδή οικοδομήθηκε πάνω στην ατιμωρησία και απαρνήθηκε την αληθινή αυτογνωσία.
Ελεύθερα, 22.2.2026
On Politics, Betrayals, and the Weight of History
The article is a reflection on history, art, and politics in Greece. The author begins with the recent photographs from Kaisariani and connects historical truth with poetry and art. He points out that art has attempted to process the trauma of history, while the state often fails to do so, trying to gloss over the past. The author argues that the denial of historical responsibility leads to political pathologies and division. He emphasizes the need for an honest processing of the past to avoid repeating the same mistakes in the future. A conversation with a neighbor about politics and a "sold-out" country serves as an opportunity to question the way political discussion is conducted today.
You Might Also Like
Αλλάζει ρόλο ο Τζον Κάριου: Ο παλαίμαχος Νορβηγός ποδοσφαιριστής έγινε ηθοποιός – Θέλει να παίξει τον κακό σε ταινία του Τζέιμς Μποντ (εικόνες)
Feb 9
Οι μικροί και μεγάλοι «Μπέζοι» των ΜΜΕ
Feb 15
Τι πραγματικά συζητάμε όταν μιλάμε για ταινίες;
Feb 15
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Η μικρή τελεία που έγινε γίγαντας
Feb 17
Ένα μνημόσυνο στην Αρβελέρ και στην πολιτική μας κρίση
Feb 19