Συναντήσεις/ Φωτογραφία: Θεωδώρα Ιακώβου
Ο πυρήνας του έργου δεν είναι ο πόλεμος. Είναι ο άνθρωπος και η συνέχεια του
Ο Αντώνης Γεωργίου συναντά την Ελένη Αναστασίου που σκηνοθετεί στο θέατρο Αντιλόγο το έργο της Ντάλια Τάχα Keffiyeh/Made in China
Τι σας προσέλκυσε στο έργο της Ντάλια Τάχα και τι θα θέλατε να γνωρίζει το κοινό για τη συγγραφέα και τον κόσμο που δημιουργεί;
Η αλήθεια είναι ότι γνώρισα πρώτα το έργο και μετά τη συγγραφέα και στην πορεία ένιωσα την ανάγκη να μάθω περισσότερα γι’ αυτήν. Σαν να υπήρχε κάτι κοινό στον τρόπο σκέψης μας. Μιλάμε για μια γυναίκα κοντά στη δική μου ηλικία, με κοινές καλλιτεχνικές αντιλήψεις, αλλά με εντελώς διαφορετικά βιώματα. Μέσα από τη γραφή της Taha ανακάλυψα κάτι που με ακούμπησε πολύ: την ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς να κοιτάξει τον πόλεμο και το τραύμα αλλιώς. Όχι με ενοχή ή βάρος, αλλά με μια ελευθερία στο βλέμμα. Σχεδόν ανακουφίστηκα. Σαν να επιτρέπεται, επιτέλους, ο σουρεαλισμός μέσα σε έναν σκληρό ρεαλισμό.
Η ίδια έχει πει σε συνέντευξή της ότι μισεί την ερώτηση «πώς είναι να μεγαλώνεις στην Παλαιστίνη». Και εξηγεί ότι το να είναι Παλαιστίνια δεν σημαίνει ότι ανήκει μόνο σε έναν αγώνα. Βλέπει τον εαυτό της ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα — ενάντια στην καταπίεση, τις διακρίσεις, τη σκληρότητα του καπιταλισμού. Αυτό που για εκείνη έχει σημασία είναι ότι, αν θέλεις να μιλήσεις πραγματικά για την Παλαιστίνη, πρέπει πρώτα να σταματήσεις να τη δείχνεις όπως τη δείχνουν όλοι. Η εμπειρία της την έχει διαμορφώσει, αλλά δεν την περιορίζει. Δεν ανήκει μόνο σε έναν αγώνα· ανήκει σε μια στάση απέναντι στον κόσμο.
Και μέσα από τη γραφή της, βρήκα κι εγώ ένα κομμάτι της δικής μου ταυτότητας. Ως νέα γυναίκα σε μια Κύπρο που κουβαλά ακόμα τα τραύματα του πολέμου, κατάλαβα ότι δεν ανήκω σε έναν πόλεμο που δεν έζησα — αλλά σίγουρα ανήκω στο ερώτημα τι κάνουμε με τη μνήμη του.
Το να είναι Παλαιστίνια δεν σημαίνει ότι ανήκει μόνο σε έναν αγώνα. Βλέπει τον εαυτό της ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα — ενάντια στην καταπίεση, τις διακρίσεις, τη σκληρότητα του καπιταλισμού
Ποιο θα λέγατε ότι είναι το κυρίαρχο συναίσθημα που διατρέχει τις ιστορίες της Ντάλια Τάχα;
Νομίζω ότι είναι η ανάγκη να πιστέψει κανείς πως, με κάποιον τρόπο, όλα θα πάνε καλά. Και αυτό, στις μέρες μας, είναι πολύ σημαντικό. Ότι όσο κι αν κλονίζεται το έδαφος κάτω από τα πόδια μας δεν μπορούμε να χάσουμε ο ένας τον άλλον. Την αγκαλιά, την φροντίδα, την τρυφερότητα. Εκείνη την λάμψη στα μάτια που κρατά την ιδέα ενός καλύτερου αύριο ως ανάγκη για να συνεχίσουμε.
Πέρα από την αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική αξία του έργου, ποια η σημασία της παράστασης ειδικά αυτή την περίοδο με όσα έγιναν και γίνονται στη Γάζα;
Την περίοδο που δουλεύαμε πάνω στο έργο, θυμάμαι να βλέπω ένα post στο Instagram από το Royal Court Theatre που ανακοίνωνε αναγνώσεις έργων από την Παλαιστίνη. Ψάχνοντάς το, ανακάλυψα ότι το συγκεκριμένο θέατρο εδώ και χρόνια στηρίζει παλαιστίνιους δημιουργούς, μέσα από παραστάσεις αλλά και εργαστήρια γραφής, σε μια προσπάθεια να δοθεί χώρος σε φωνές που συχνά περιθωριοποιούνται. Και κάπως έτσι επιστρέφω στον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας προσεγγίζει το έργο. Ο πυρήνας δεν είναι ο πόλεμος. Είναι ο άνθρωπος και η συνέχεια του.
Η επιλογή να ανεβάζεις έργα παλαιστινίων δημιουργών δεν αφορά μόνο την ανάγκη να μιλήσουμε για το παλαιστινιακό τραύμα. Είναι εξίσου σημαντικό αυτά τα έργα να μη λειτουργούν μόνο ως ντοκουμέντα πόνου, αλλά ως ζωντανή θεατρική γραφή που χωρά μέσα της όλη την ανθρώπινη εμπειρία. Για μένα είναι ουσιαστικό το παλαιστινιακό θέατρο να αντιμετωπίζεται ως κομμάτι του σύγχρονου παγκόσμιου θεάτρου. Όχι ως ξεχωριστή κατηγορία, αλλά ως δραματουργία που συνομιλεί ισότιμα με τον κόσμο γύρω της. Γιατί έτσι διασφαλίζεται ότι η Παλαιστίνη δεν θα υπάρχει μόνο ως τόπος σύγκρουσης, αλλά ως τόπος ανθρώπων. Και κάπου εκεί βρίσκεται και η δική μας ευθύνη — ειδικά όσων βρισκόμαστε σε «προνομιούχες» θέσεις. Να συμβάλουμε στο να παραμείνει ζωντανή η πολιτιστική συνέχεια αυτού του τόπου. Όχι από οίκτο, αλλά από αναγνώριση.
Που επικεντρωθήκατε σκηνοθετικά;
Σκηνοθετικά, αυτό που με απασχόλησε ήταν να μην γίνει η παράσταση μελό. Δεν προσπάθησα να «αποδείξω» το δράμα αυτών των ανθρώπων ή να ζητήσω τη λύπη του θεατή. Γιατί εκεί, νομίζω, δεν πλησιάζουμε πραγματικά — αντίθετα, κρατάμε απόσταση. Εμένα με ενδιέφερε να έρθω κοντά τους με έναν τρόπο που δεν μας ανακουφίζει, αλλά μας εκθέτει. Να μη βλέπουμε «τους άλλους», αλλά ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά μας, στο ίδιο δωμάτιο.
Από εκεί ξεκίνησε και η έναρξη της παράστασης: δύο νέα παιδιά παίζουν μέσα στα συντρίμια. Κάποια στιγμή, ενώ παίζουν, ακούγεται ένας εκκωφαντικός θόρυβος — από αυτούς που έχουν γίνει πια καθημερινοί και ποτέ δεν ξέρεις πώς θα καταλήξουν. Σε εκείνη τη στιγμή δεν με ενδιέφερε να δείξω τον φόβο. Με ενδιέφερε τι γίνεται μετά. Η απόφαση των παιδιών να συνεχίσουν να παίζουν. Για μένα, εκεί βρίσκεται η ουσία: όχι στο σοκ, αλλά στη συνέχεια.
Όσο περισσότερο «ενημερωνόμαστε», τόσο πιο εύκολα απομακρυνόμαστε. Η τέχνη, νομίζω, δεν έρχεται να προσθέσει άλλη πληροφορία. Έρχεται να μας βάλει σε μια εμπειρία.
Με ποιες σκέψεις θα θέλατε να φεύγει ο θεατής από την παράσταση; Υπάρχει κάτι που ελπίζετε να τον ακολουθεί και μετά το τέλος της;
Υπάρχει μια στιγμή στην παράσταση όπου μια μάνα λέει ότι το παιδί της δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί, γιατί ξέχασε τα πράσινα γυαλιά του, αυτά με τα οποία ονειρεύεται. Κρατιέται από κάτι που δεν μπορεί να εξηγήσει ακριβώς, αλλά το πιστεύει. Ο πατέρας λέει, σχεδόν αυθόρμητα: «Ας μην ονειρευτεί απόψε». Και εκείνη του απαντά: «Δεν γίνεται να μην ονειρευτεί απόψε. Τι ιστορίες θα λέει μετά;»
Για μένα, αυτή η στιγμή μιλά για την ανάγκη να συνεχίσει το όνειρο, ακόμη κι όταν όλα γύρω το ακυρώνουν. Και εκεί μπαίνει κι ένα άλλο ερώτημα. Σκεφτόμαστε μόνο τα δικά μας παιδιά ή μπορούμε να σκεφτούμε τα παιδιά μας ως μέρος του κόσμου; Γιατί ο κόσμος δεν είναι μόνο τα παιδιά μας — είναι τα παιδιά όλων. Τότε δύσκολα αποφεύγεις την ερώτηση: πώς κοιμόμαστε ήσυχοι, όταν κάπου αλλού γονείς λένε παραμύθια στα παιδιά τους για να κοιμηθούν, χωρίς να ξέρουν αν η επόμενη μέρα θα τους βρει μαζί; Αν ο θεατής φύγει με αυτή την αγωνία — όχι σαν απάντηση, αλλά σαν ανοιχτή σκέψη — τότε, για μένα, η παράσταση συνεχίζει να δουλεύει και μετά.
Σε μια εποχή διαρκούς «πληροφόρησης», γύρω από τις συγκρούσεις και τους πολέμους, τι περισσότερο μπορεί να προσφέρει το θέατρο και η τέχνη γενικότερα;
Ζούμε σε μια αντίφαση. Ξέρουμε τι συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο κι όμως, όσο περισσότερο «ενημερωνόμαστε», τόσο πιο εύκολα απομακρυνόμαστε. Η τέχνη, νομίζω, δεν έρχεται να προσθέσει άλλη πληροφορία. Έρχεται να μας βάλει σε μια εμπειρία. Να μας φέρει κοντά σε κάτι που αλλιώς ίσως θα προσπερνούσαμε. Να μετατρέψει την σύγκρουση του έξω κόσμου σε μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση του ατόμου.
Παραστάσεις
Θέατρο Μασκαρίνι, Λατσιά Λευκωσία
Σάββατα στις 20.00 και Κυριακές στις 19.00
28 Φεβρουαρίου 2026
1, 7, 8, 14, 15 Μαρτίου 2026
Μαρκίδειο Θέατρο, Πάφος
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026, 20.00
Eleni Anastasiou: Palestine Not Just a Place of Conflict, But a Place of People
Eleni Anastasiou, director of the play "Keffiyeh/Made in China" at the Antilogo Theatre, discusses Dalia Taha's work and her approach to Palestine. Anastasiou emphasizes that the play focuses not on war, but on people and the continuation of life. She highlights the need to see Palestine not only as a place of conflict, but as a place of people with stories and experiences. The author, Dalia Taha, seeks to portray Palestine beyond stereotypes and highlight the need for freedom and recognition. The play takes on particular significance in light of current events in Gaza, offering a different way to approach the subject.
You Might Also Like
Αγγελική Χαραλαμπόπουλου
Feb 12
Τι πραγματικά συζητάμε όταν μιλάμε για ταινίες;
Feb 15
WestEnd και Broadway σε κρίση: το θέατρο και η δύναμη των σταρ
Feb 15
Θανάσης Γεωργίου: Το έργο απευθύνεται σε όσους αισθάνονται ακόμα την αξία της συλλογικότητας
Feb 15
Νέ@ σε έρημο νησί: Οι έφηβοι πάνω απ’ όλα έχουν ανάγκη να τους μιλάμε με ειλικρίνεια
Feb 22