Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένα κράτος αποκαλύπτει πόσο μικρό και πόσο λίγο είναι. Όχι μέσα από μεγάλες θεωρίες ή βαρύγδουπες δηλώσεις. Μέσα από απλές, πρακτικές αποφάσεις που αφορούν μικρές ή μεγάλες κρίσεις. Μικρές ή μεγάλες αδυναμίες. Τις τελευταίες εβδομάδες, δύο περιπτώσεις στον δημόσιο τομέα ανέδειξαν με τον πιο καθαρό τρόπο μια παλιά, γνώριμη παθογένεια της κυπριακής διοίκησης: Την απουσία ανάληψης ευθύνης και τον επιλεκτικό καταλογισμό ευθύνης.
Πρώτον, η υπόθεση των καταφυγίων τα οποία βρίσκονται υπό την ευθύνη της Πολιτικής Άμυνας. Δεύτερον, η διαχείριση του αφθώδους πυρετού από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν ζητήματα δημόσιας ασφάλειας και αποκάλυψαν σοβαρές δυσλειτουργίες του κράτους.
Κατεγράφη, όμως, μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο. Στη μία περίπτωση υπήρξε άμεση κίνηση εκ μέρους της Κυβέρνησης. Στην άλλη, απολύτως τίποτα. Εύλογα, ως εκ τούτου, γεννάται ένα απλό αλλά εξαιρετικά ενοχλητικό ερώτημα. Με ποια κριτήρια αποφασίζεται τελικά σε ποιον καταλογίζεται ευθύνη και σε ποιον όχι;
Η ιστορία των καταφυγίων της Πολιτικής Άμυνας δεν αποκαλύφθηκε μέσα από θεωρητικές συζητήσεις. Αποκαλύφθηκε όταν χρειάστηκε να εξεταστεί στην πράξη η ετοιμότητα της χώρας, μετά την ένταση που δημιουργήθηκε εξ αιτίας της επίθεσης με ντρόουν στις βρετανικές βάσεις.
Για χρόνια, οι πολίτες άκουγαν διαβεβαιώσεις ότι τα καταφύγια υπάρχουν. Ότι είναι κατάλληλα. Ότι το σύστημα πολιτικής άμυνας λειτουργεί. Και ξαφνικά αποκαλύφθηκε ένα χάος. Καταφύγια ακατάλληλα, ανενεργά, χωρίς βασικές προδιαγραφές. Μια εικόνα που δεν θύμιζε οργανωμένο κράτος, αλλά περισσότερο ένα πρόχειρο σύστημα που λειτουργούσε στη λογική «ας ελπίσουμε να μη χρειαστεί ποτέ».
Όταν το θέμα πήρε διαστάσεις, η κυβέρνηση όφειλε να κάνει κάτι. Έτσι προέκυψε η μετακίνηση της επικεφαλής της Πολιτικής Άμυνας, Μαρίας Παπά.
Μετακινήθηκε στην Ελεγκτική Υπηρεσία, όπου θα αναλάβει καθήκοντα στη Διεύθυνση Οικονομικού Ελέγχου. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Υπηρεσίας, Μάριο Πετρίδη, η ρύθμιση προέκυψε μετά από συνεννόηση μεταξύ του Υπουργού Εσωτερικών και του Γενικού Ελεγκτή, και η υπηρεσία αποδέχθηκε τη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Αν κάποιος θεωρήσει ότι, όντως, η επικεφαλής της Πολιτικής Άμυνας φέρει ευθύνη για το μπάχαλο με τα καταφύγια, τότε η μετακίνηση μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή διοικητικής αντίδρασης. Παρά το ότι η ίδια προβάλλει δικούς της ισχυρισμούς.
Εύλογο το ερώτημα, αν ευθύνεται, τότε γιατί μετακίνηση και όχι απόλυση. Όσο και αν στον ιδιωτικό τομέα αυτή θα ήταν η εξέλιξη για όποιον φέρει τέτοιο βαριά ευθύνη, εντούτοις, ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί πως η απόλυση ενός ανώτερου δημόσιου λειτουργού, όπως είναι διαμορφωμένοι οι νόμοι μας, είναι σχεδόν αδύνατη.
Το πρόβλημα όμως εμφανίζεται όταν κοιτάξει κανείς την άλλη υπόθεση. Την άκρως σοβαρή και επικίνδυνη κρίση που απειλεί την κτηνοτροφία του τόπου λόγω του αφθώδους πυρετού. Η διαχείριση από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, και ειδικά ο ρόλος του διευθυντή Χριστόδουλου Πίπη, έχει δεχτεί έντονες επικρίσεις. Υπάρχουν αμείλικτα ερωτήματα ως προς τα μέτρα πρόληψης, τα μέτρα που λήφθηκαν μετά που βρέθηκε το πρώτο κρούσμα στις ελεύθερες περιοχές και ως προς τη γενική διαχείριση που έγινε.
Και όμως. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, δεν έχει υπάρξει η παραμικρή διοικητική συνέπεια. Καμία μετακίνηση. Καμία απομάκρυνση. Καμία ένδειξη ότι το κράτος θεωρεί πως πρέπει να υπάρξει έστω ένας συμβολικός καταλογισμός ευθύνης.
Αν στην περίπτωση των καταφυγίων κρίθηκε ότι έπρεπε να υπάρξει μετακίνηση της επικεφαλής της Πολιτικής Άμυνας, γιατί δεν ισχύει το ίδιο και για τον επικεφαλής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών; Αν η λογική είναι ότι σε περιπτώσεις σοβαρών δυσλειτουργιών κάποιος πρέπει να απομακρύνεται από τη θέση ευθύνης του, τότε αυτή η αρχή πρέπει να ισχύει για όλους.
Διαφορετικά, το μήνυμα που στέλνει το κράτος είναι απλό και βαθιά κυνικό. Η ευθύνη στη δημόσια διοίκηση δεν κατανέμεται με βάση τα γεγονότα. Κατανέμεται με βάση την ευκολία. Διότι, προφανώς, η Παπά ήταν εύκολος στόχος ενώ ο Πίπης δύσκολος.
Υπάρχει, βεβαίως, και ένας δεύτερος λόγος. Η υπόθεση των καταφυγίων χρονολογείται. Οπότε η ευθύνη σε επίπεδο κυβέρνησης πάει πολύ πίσω. Άρα με την μετακίνηση της Παπά δεν τιμωρείται μια ευθύνη που αναλογεί αποκλειστικά στη σημερινή κυβέρνηση.
Σε αντίθεση με την υπόθεση του αφθώδους πυρετού. Αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση. Πώς η αρμόδια υπουργός θα έπραττε το ίδιο με τον υπουργό Εσωτερικών. Μαζί με τον Πίπη, αμέσως, έπρεπε να μετακινηθεί και η ίδια. Και για εκείνην η μετακίνηση θα ήταν στο σπίτι της…
Οι πολίτες δεν περιμένουν θαύματα από το κράτος. Περιμένουν, όμως, μια στοιχειώδη συνέπεια. Αν κάποιος θεωρείται υπεύθυνος για μια σοβαρή αποτυχία, τότε η αρχή πρέπει να ισχύει για όλους. Όχι μόνο για όσους είναι εύκολο να μετακινηθούν.
Μέχρι να υπάρξει μια τέτοια συνέπεια, όμως, η εικόνα της δημόσιας υπηρεσίας θα παραμένει η ίδια. Μπάχαλο σε κρίσιμα ζητήματα. Επιλεκτικός καταλογισμός ευθύνης. Κι ένα κράτος που λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Double Standards: Head of Civil Defence Removed, But Veterinary Services Director Remains Untouched!
Two recent cases in the Cypriot public sector, the management of Civil Defence shelters and the handling of foot-and-mouth disease, have highlighted a systemic issue: the lack of accountability and the selective assignment of responsibility. In the case of the shelters, the government reacted immediately by transferring the head of Civil Defence, Maria Papa, to the Audit Office. While this move can be seen as a form of administrative response, it raises questions as to why a dismissal was not pursued, given the seriousness of the omissions. Conversely, in the case of foot-and-mouth disease, the management by the Veterinary Services and the role of its director, Christodoulos Pippi, have faced strong criticism without any reaction from the government. This difference in handling the two cases raises questions about the criteria used for assigning responsibility. The shelter issue came to light after the tension caused by the drone attack on British bases, revealing that many shelters were unsuitable and inactive. The transfer of Ms. Papa, while it may be considered a reaction, does not solve the problem of the lack of accountability. The lack of reaction to the foot-and-mouth disease case, despite the serious criticism of the management, reinforces the feeling that the government chooses who to hold accountable and who not to, creating a climate of questioning and distrust towards public administration.