Για ακόμα μια φορά, η κυπριακή πραγματικότητα μας υπενθυμίζει ότι η απόσταση ανάμεσα σε μια υγειονομική κρίση και μια πολιτική πανωλεθρία είναι τρομακτικά μικρή. Ο αφθώδης πυρετός που χτύπησε την πόρτα της κτηνοτροφίας μας δεν είναι ένα τυχαίο φυσικό φαινόμενο, ούτε μια αναπόφευκτη κακοτυχία που έπεσε από τον ουρανό. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης, χρόνιας νόσου: της θεσμικής μας ανοσοανεπάρκειας.
Τις τελευταίες ημέρες, παρακολουθούμε το γνώριμο επικοινωνιακό «πινγκ-πονγκ» της αποποίησης ευθυνών. Από τη μια, η βολική επίκληση της κατοχής και των «τυφλών σημείων» της Πράσινης Γραμμής, που παρουσιάζεται ως ένας αόρατος, ανεξέλεγκτος δίαυλος μέσω του οποίου ο ιός «απλώς πέρασε». Από την άλλη, η κυνική μετάθεση του βάρους στους ώμους των κτηνοτρόφων, με υποδείξεις για την «ατομική ευθύνη» και την τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας. Ενδιάμεσα, ένα κράτος που δηλώνει «έτοιμο» κατόπιν εορτής, επιβεβαιώνοντας πως στην Κύπρο η πρόληψη θεωρείται πολυτέλεια και η διαχείριση της καταστροφής, κανονικότητα.
Η ρητορική των αρμοδίων ακολουθεί το κλασικό μοτίβο του «βλέποντας και κάνοντας». Αντί για έναν στιβαρό αρχιτέκτονα ασφαλείας που θωρακίζει τον πρωτογενή τομέα, βλέπουμε πυροσβέστες που τρέχουν να σβήσουν τη φωτιά αφού έχει ήδη κάψει τις σάρκες της οικονομίας. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, υποστελεχωμένες και ξεχασμένες στα συρτάρια των προϋπολογισμών, καλούνται τώρα να επιτελέσουν άθλους, ενώ για χρόνια οι προειδοποιήσεις τους για την ανάγκη ενίσχυσης των ελέγχων χάνονταν στη γραφειοκρατική ομίχλη.
Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο: Πώς εισήλθε η νόσος; Αν η Πράσινη Γραμμή είναι «σουρωτήρι» για τα παράνομα ζωντανά αλλά «τείχος» για την ανάληψη πολιτικής ευθύνης, τότε το πρόβλημα δεν είναι ιατρικό, είναι δομικό. Είναι η νοοτροπία του «εν πειράζει» και της χαλαρότητας που έχει διαβρώσει κάθε πτυχή του δημόσιου βίου. Όταν η επιτήρηση θυσιάζεται στον βωμό της μικροπολιτικής απάθειας, τότε η καραντίνα δεν περιορίζεται στα κοπάδια· επιβάλλεται στην ίδια την αξιοπιστία των θεσμών μας.
Ποιος πληρώνει, τελικά, το τίμημα; Ο παραγωγός που βλέπει τους κόπους μιας ζωής να οδηγούνται στην ταφή και ο καταναλωτής που σύντομα θα κληθεί να πληρώσει την «τρύπα» στην εφοδιαστική αλυσίδα. Όμως το μεγαλύτερο κόστος είναι η εδραίωση της πεποίθησης ότι ζούμε σε μια χώρα που λειτουργεί με την τύχη. Μια χώρα όπου οι θεσμοί νοσούν από «αφθώδη πολιτική» – μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από πολλά λόγια (άφθα) και καθόλου ουσία.
Αν δεν αντιληφθούμε ότι η ασφάλεια της χώρας, από την υγεία μέχρι την οικονομία, απαιτεί σύγκρουση με την παλαιοκουλτούρα της προχειρότητας, ο επόμενος «πυρετός» θα είναι μοιραίος. Οι επερχόμενες κρίσεις δεν θα αντιμετωπιστούν με δελτία τύπου και καθησυχαστικές δηλώσεις, αλλά με δομές που αντέχουν στην πίεση. Μέχρι τότε, θα παραμένουμε θεατές στο ίδιο δράμα, αναμένοντας το επόμενο «μοιραίο» λάθος, σε ένα κράτος που μοιάζει να βρίσκεται σε μόνιμο λήθαργο, ακόμα και όταν η καταστροφή τού χτυπά επίμονα την πόρτα.
Foot-and-Mouth Disease: A State Ill Before the Herds
The outbreak of foot-and-mouth disease in Cyprus highlights institutional inadequacy and a lack of prevention in the health and livestock sectors. The government and responsible officials invoke the Green Line and the “individual responsibility” of farmers, avoiding political accountability for the lack of controls and the delay in implementing preventive measures. Criticism is directed at the bureaucracy and apathy that led to understaffing of Veterinary Services and disregard for their warnings. Crisis management is characterized by reactivity and a lack of strategic planning. The economic consequences of the disease will burden producers and consumers, while the greatest cost is the erosion of public trust in institutions. The lack of prevention and the shifting of responsibility indicate a deeper political illness that requires immediate attention. The article emphasizes the need for substantial changes in the approach of public administration, with a focus on prevention, efficiency, and accountability. Only then can the country's safety and the well-being of citizens be ensured.