Η «κατοχύρωση» που δεν έρχεται
Η συζήτηση για την κατοχύρωση του επαγγέλματος του καλλιτέχνη στην Κύπρο έχει μια ιδιόμορφη σταθερότητα: επανέρχεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν καταλήγει ποτέ εκεί που θα έπρεπε. Από το 2009, όταν καταγράφονται οι πρώτες επίσημες αναφορές για την ανάγκη θεσμικής αναγνώρισης, μέχρι σήμερα, το κράτος δείχνει να συμφωνεί καταρχήν με όλους, αρκεί, καταρχάς, η συμφωνία να μη συνεπάγεται δεσμεύσεις.
Εργαλείο ναι, επαγγελματίας όχι
Στο μεταξύ, οι καλλιτέχνες παραμένουν εξαιρετικά χρήσιμοι και σε μόνιμη ετοιμότητα. Όταν χρειάζεται εικόνα, αφήγημα, συγκίνηση, εθνική αυτοπαρουσίαση και πρόσθετο κυβερνητικό ανάστημα, εργαλειοποιούνται στο έπακρο. Και λέω εργαλειοποιούνται αντί αξιοποιούνται, διότι δεν είναι τυχαίο που σε στιγμές διεθνούς προβολής, όπως η ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πολιτισμός επιστρατεύεται και εμφανίζεται πρώτος στη καλλιτεχνική σκηνή των θεάτρων, αλλά τελευταίος στην επαγγελματική σκηνή του κρατικού προϋπολογισμού. Η τελετή έναρξης της Προεδρίας, για παράδειγμα, βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στους καλλιτέχνες. Σώματα, φωνές, μουσική, κίνηση, όλα εκεί και όλα παρόντα. Συμβάσεις, εργασιακά δικαιώματα, επαγγελματική αναγνώριση, όλα αόρατα και όλα απόντα. Και έτσι, σχεδόν ανεπαίσθητα, η ρουτινιασμένη επιστράτευση των καλλιτεχνών, μετατρέπεται σε μόνιμη «εκπόρνευσή» τους, που παγιώνεται ως κανονικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, είναι ιδεολογικό
Αυτή η αντίφαση δεν είναι αστοχία. Είναι μοτίβο. Ο/η καλλιτέχνης/ις αντιμετωπίζεται διαχρονικά ως ένα ευέλικτο και διαθέσιμο πολιτιστικό υλικό, πρόθυμο να προσφέρει με ανιδιοτέλεια για το καλό του τόπου. Και ίσως γι’ αυτό η θεσμοθέτηση του επαγγέλματος να καθυστερεί τόσο. Όχι επειδή είναι ένα πολύπλοκο θέμα, που είναι, αλλά επειδή προϋποθέτει αλλαγή οπτικής: από τον καλλιτέχνη-κόστος στον καλλιτέχνη-εργαζόμενο.
Διαβούλευση χωρίς τους ίδιους τους καλλιτέχνες
Όταν, το 2021 και το 2022, το θέμα εντάσσεται, επιτέλους, σε κυβερνητικές αποφάσεις, καλλιεργείται η προσδοκία ότι η εκκρεμότητα κλείνει. Η διαδικασία που ακολουθεί, ωστόσο, επιβεβαιώνει τις ανησυχίες του χώρου. Το 2023 η προσπάθεια καταρρέει με το «καλημέρα σας», αφού το…προσχέδιο του νομοσχεδίου παραμένει άφαντο στα συρτάρια του νεοσυσταθέντος Υφυπουργείου Πολιτισμού. Ακολουθεί η δημόσια διαβούλευση του 2024, για την οποία οι καλλιτέχνες στο σύνολό τους αντιδρούν, χαρακτηρίζοντάς την περιορισμένη και επιλεκτική. Πολλοί επαγγελματίες και φορείς ισχυρίζονται ότι δεν συμμετείχαν ουσιαστικά στη διαμόρφωσή του, αλλά κλήθηκαν εκ των υστέρων να σχολιάσουν ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο. Και έτσι φτάνουμε στο 2025, και στο Νομοσχέδιο με τίτλο «Ο περί της Θεσπίσης Μητρώου Καλλιτεχνών και Καλλιτεχνικής Χορηγίας Νόμος του 2025».
Το Μητρώο ως μηχανισμός αποκλεισμού
Η ίδια απογοητευτική εικόνα, αποτυπώνεται δυστυχώς και στο εν λόγω Νομοσχέδιο. Τα κριτήρια απόκτησης του καθεστώτος του καλλιτέχνη παρουσιάζονται αυστηρά, στενά και βαθιά γραφειοκρατικά, αφήνοντας εκτός ένα σημαντικό μέρος του δημιουργικού δυναμικού, ακόμη και επαγγελματίες με πολυετή πορεία και διεθνή εμπειρία. Ιδιαίτερα προβληματικός είναι και ο ίδιος ο ορισμός του «καλλιτέχνη». Ένας ορισμός που προϋποθέτει αποκλειστική απασχόληση με την τέχνη, αγνοώντας τη σύγχρονη πραγματικότητα όπου η καλλιτεχνική δημιουργία είναι συχνά υβριδική και παράλληλη με άλλες μορφές εργασίας, όπως για παράδειγμα τη διδασκαλία της ίδιας του της τέχνης. Ο νόμος, αντί να αναγνωρίζει αυτή τη συνθήκη, την αποκλείει. Και μαζί της, αποκλείει ανθρώπους που συνεχίζουν να υπηρετούν τον πολιτισμό με συνέπεια.
Εμείς λοιπόν, οι καλλιτέχνες, μιλάμε έχοντας μια διαφορετική αντίληψη του όρου «καλλιτεχνική συνέπεια» από αυτή που καταγράφεται στο Νομοσχέδιο του 2025. Στο Νομοσχέδιο, η συνέπεια μεταφράζεται σε κύρωση. Όποιος/α δεν πληροί τα αναχρονιστικά κριτήρια που έχουν τεθεί, μένει εκτός Μητρώου. Και τα άτομα που μένουν εκτός Μητρώου, αυτόματα μένουν εκτός στήριξης, εκτός διευκολύνσεων, και εκτός θεσμικής πρόνοιας. Το εργαλείο, δηλαδή, που θα μπορούσε να προστατεύσει και να ενδυναμώσει τους καλλιτέχνες, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποκλεισμού τους από την ίδια τους την ιδιότητα.
Μετατόπιση από την ουσία στη ρητορική
Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι συνολικό, διότι η προσέγγιση παραμένει αποσπασματική. Το Μητρώο και το σύστημα χορηγιών παρουσιάζονται ως λύση, χωρίς να απαντούν στα βασικά ζητήματα που αφορούν στο σταθερό εισόδημα, στην κοινωνική ασφάλιση, και στην εργασιακή αξιοπρέπεια, ώστε το Νομοσχέδιο στο σύνολό του, να εξυπηρετεί τον πολιτισμό ως ζωντανό επαγγελματικό οικοσύστημα, και όχι ως εικόνα.
Ίσως, λοιπόν, η καθυστέρηση να μην οφείλεται σε άγνοια. Ίσως να πρόκειται για μια σιωπηλή κατανόηση ότι η κατοχύρωση φέρνει μαζί της λογοδοσία. Και ότι ένας/μία καλλιτέχνης/ις με επαγγελματική υπόσταση, παύει να είναι απλώς διαθέσιμος/η και γίνεται συνομιλητής/τρια.
Συνεπώς, η κατοχύρωση του επαγγέλματος των καλλιτεχνών δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτιστικής πολιτικής. Είναι πρωτίστως ζήτημα θεσμικής συνέπειας, με τη σωστή της έννοια. Και δυστυχώς, η μόνη μετατόπιση που φαίνεται να επιτυγχάνεται διαχρονικά, είναι από τον όρο «ράφτρα» στον όρο «μοδίστρα», υπονοώντας ότι μια γλωσσική αναβάθμιση αρκεί για να επέλθει η θεμιτή θεσμική πρόοδος. Ότι αν αλλάξουμε τον τίτλο, μπορούμε να αποφύγουμε την ευθύνη.
Και ενώ οι καλλιτέχνες είναι αυτοί που σηκώνουν το βάρος της ευθύνης της αναβάθμισης και της συνεχούς εξέλιξης του δημιουργικού και πολιτιστικού τομέα, ο κρατικός προϋπολογισμός για τον πολιτισμό παραμένει ελάχιστος και ανεπαρκής για να στηρίξει το δημιουργικό δυναμικό της χώρας. Η Κύπρος, με σταθερά περιορισμένα κονδύλια, παραμένει στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη σε χρηματοδότηση και υποστήριξη του πολιτισμού, αποδεικνύοντας με αριθμούς αυτό που οι καλλιτέχνες βιώνουν καθημερινά: λόγια πολλά, πράξεις ελάχιστες.
Και κάπως έτσι, αντί για κατοχύρωση, παράγεται μια καλοδιατυπωμένη υπεκφυγή. Επαρκής για τα πρακτικά, ανεπαρκής για τους ανθρώπους που συνεχίζουν να σηκώνουν τον πολιτισμό με κάτω τας χείρας.
Από την στήλη «Καλλιτεχνίζοντας Πολιτικά»
*Η Δρ Άντρη Χατζηανδρέου είναι Καλλιτέχνις – Πανεπιστημιακός
Υποψήφια Βουλεύτρια Λευκωσίας του ΑΚΕΛ – Αριστερά – Κοινωνική Συμμαχία
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Δρ Άντρη Χατζηανδρέου είναι πιανίστα και κάτοχος Διδακτορικού Τίτλου στη Μουσική από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, όπου φοίτησε με υποτροφία του Ιδρύματος Λεβέντη. Είναι επίσης κάτοχος Πτυχίου και Μεταπτυχιακού Τίτλου στη Μουσική από το Πανεπιστήμιο Rutgers (ΗΠΑ). Ως υπότροφος του Cyprus International Institute of Management, απέκτησε δεύτερο Μεταπτυχιακό στην Εκπαίδευση, Ηγεσία και Διοίκηση.
Για το έργο της τιμήθηκε με το «Βραβείο Μαντάμ Φιγκαρό Κύπρου: Γυναίκα της Χρονιάς 2025», στην κατηγορία Μουσικός, αφού η ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική της πορεία περιλαμβάνει σημαντικές διακρίσεις και βραβεία, εκτενή συναυλιακή δραστηριότητα σε Ευρώπη και Αμερική και συνεργασίες με διακεκριμένους καλλιτέχνες από την Κύπρο και το εξωτερικό.
Δίδαξε επί σειρά ετών στο Τμήμα Μουσικής των Πανεπιστημίων Rutgers και Λευκωσίας, ενώ από το 2007 διδάσκει στο Πρόγραμμα «Μουσικό Σχολείο» του Υπουργείου Παιδείας. Από το 2018 συνεργάζεται με το Κέντρο Πολιτισμικής Νοημοσύνης των ΗΠΑ και είναι η πρώτη Κύπρια πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια στον τομέα αυτό. Από το 2022 εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Λεμεσού ως Διευθύντρια του Κέντρου Ισότητας και Συμπερίληψης, ενώ παράλληλα είναι συντονίστρια και παρουσιάστρια του πανεπιστημιακού καναλιού.
Τον Σεπτέμβριο του 2024 διορίστηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Τυποποίησης ως εθνική αντιπρόσωπος στον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης (ISO – Διακυβέρνηση Οργανισμών). Είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος των πολιτιστικών οργανισμών Arts Embrace και Curious Qat. Διετέλεσε ειδική σύμβουλος σε θέματα Παιδείας, Πολιτισμού και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο επιτελείο του Ανδρέα Μαυρογιάννη (2023) και επικεφαλής στο επιτελείο του Ανδρέα Ασσιώτη (2024).
Η συνδικαλιστική της δράση στην ΠΕΟ, ως εκπρόσωπος εργαζομένων στα υποστηρικτικά-απογευματινά προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας, συνέβαλε καθοριστικά στους νομικούς αγώνες για κατάργηση της αγοράς υπηρεσιών στην εκπαίδευση και αποτυπώνει τη σταθερή της δέσμευση στην υπεράσπιση της εργασίας, των δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Με διορισμό Υπουργικού Συμβουλίου, διετέλεσε μέλος και Γενική Γραμματέας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου», ενώ εργάστηκε και ως Λειτουργός Πολιτισμού στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» – Γραφείο Κύπρου.
The 'Ratification' That Never Comes: The Struggle for Artist Recognition in Cyprus
The article focuses on the long-standing effort to recognize the profession of artist in Cyprus, which remains unfulfilled. Despite repeated discussions and initial agreements, the state seems to avoid taking binding measures. Artists, while widely used for cultural events and promoting the country, do not receive adequate recognition and labor rights. The author argues that the problem is not technical, but ideological, as artists are treated as a flexible tool for promoting cultural goals, without recognizing their value as workers. The consultation process for the recognition bill has been criticized by the artistic community, as it is considered limited and selective, without substantial participation of artists in its formation. The draft bill, as presented, includes strict criteria for obtaining artist status, which excludes a large portion of the artistic population. The creation of an artist registry is seen by many as a mechanism of exclusion, rather than a means of support and recognition. The article concludes by highlighting the frustration of the artistic community with the lack of substantial progress in recognizing the profession and the need for a more comprehensive and participatory approach that takes into account the needs and concerns of artists.
You Might Also Like
Πολιτισμός σε αναμονή στρατηγικής και υλοποίησης
Jan 5
Το Κρεμλίνο επιτίθεται τώρα και στο Φανάρι
Jan 13
Η αισθητική της αδράνειας
Jan 14
Νατάσσα Φρειδερίκου: Με τον βιασμό ο πόλεμος μεταφέρεται από το πεδίο της μάχης στα σώματα των γυναικών
Jan 16
MIGS: Η ισότητα των φύλων πεδίο διαρκούς διεκδίκησης – Το Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου γιόρτασε τα 25 χρόνια ζωής
Jan 18