Πώς ξεκίνησε η έρευνα της ΕΛΑΣ για τον Γιώργο Τσαγκαράκη, έγινε ανώνυμη καταγγελία, λέει η Δημογλίδου – Δείτε φωτογραφίες με τους πλαστούς πίνακες
Από ανώνυμη καταγγελία που εξελίχθηκε σε επώνυμη προέκυψε η έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας για τον γνωστό γκαλερίστα Γιώργο Τσαγκαράκη, όπως αποκάλυψε η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ Κωνσταντία Δημογλίδου, φωτίζοντας το πώς οι Αρχές οδηγήθηκαν στην υπόθεση που αφορά πλαστογραφία έργων τέχνης και αρχαιοκαπηλία.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η κ. Δημογλίδου ανέφερε ότι στις 6 Μαρτίου η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος έλαβε καταγγελία από πρόσωπα με γνώση στον χώρο της τέχνης και των αρχαιοτήτων, η οποία αποτέλεσε το έναυσμα για τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Όπως εξήγησε, «Κάποιος πολίτης επικοινώνησε ανώνυμα με την Αστυνομία και στη συνέχεια είχαμε και επώνυμη καταγγελία ότι ίσως κάποια από τα έργα που διαχειρίζεται και προωθεί ο άνθρωπος αυτός είναι πλαστά». Η έρευνα οδήγησε στη σύλληψη του γκαλερίστα, ο οποίος, όπως έγινε γνωστό, οδηγήθηκε ήδη ενώπιον του ανακριτή μαζί με ένα ακόμη άτομο.
Η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ σημείωσε: «Οδηγήθηκε ήδη στον Ανακριτή μαζί με ένα ακόμη άτομο, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ώστε να κρυφτεί το Ευαγγέλιο. Έχει παραπεμφθεί ήδη, αναμένουμε βέβαια τι θα υποστηρίξει στην απολογία του». Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται, μεταξύ άλλων, και ένα παλαιό Ευαγγέλιο του 1750, για το οποίο οι Αρχές επιχειρούν να εξακριβώσουν τόσο τη γνησιότητα όσο και την προέλευσή του.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται από τις Αρχές στο πώς τα αντικείμενα και τα έργα τέχνης περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, ζήτημα που, όπως επισημάνθηκε, παραμένει αναπάντητο. «Είναι κάτι που θα πρέπει να απαντήσει στις ανακριτικές Αρχές το πώς έφτασαν στην κατοχή του τα αρχαία αντικείμενα, καθώς και ποια ήταν η διαδικασία που ακολουθούνταν με τα πλαστά έργα τέχνης», ανέφερε χαρακτηριστικά η κ. Δημογλίδου.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής ευρήματα της έρευνας, τα περισσότερα από τα έργα που εντοπίστηκαν εκτιμάται ότι είναι πλαστά. Όπως αποκάλυψε η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ, «μόνο 7 από τα έργα που βρέθηκαν φαίνεται ότι ήταν γνήσια», ενώ στην κατοχή του γκαλερίστα εντοπίστηκε και μεγάλο χρηματικό ποσό.
Τα μετρητά που κατασχέθηκαν ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ, στοιχείο που ενισχύει το ενδιαφέρον των Αρχών για τη συνολική δραστηριότητα του κατηγορουμένου και την πιθανή έκταση της υπόθεσης.
Δείτε νέες φωτογραφίες με τους πίνακες και τα μετρητά που κατασχέθηκαν από την γκαλερί:
Υπενθυμίζεται ότι νωρίτερα σήμερα, η εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας προχώρησε στην άσκηση βαρύτατης ποινικής δίωξης σε βάρος του γνωστού γκαλερίστα.
Αναλυτικότερα, σε βάρος του ασκήθηκε δίωξη για τέσσερα κακουργήματα και ένα πλημμέλημα.
Συγκεκριμένα, σε βάρος του κ. Τσαγκαράκη ασκήθηκε ποινική δίωξη για:
– Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα (κακούργημα),
– Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου,
– Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ΄ εξακολούθηση, (κακούργημα),
– Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση (κακούργημα).
Μετά την άσκηση της δίωξης ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε ανακριτή από τον οποίο ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να απολογηθεί την ερχόμενη Τρίτη.
Πηγή: Πρώτο Θέμα
How the ELAS Investigation into Giorgos Tsangarakis Began: Anonymous Tip
The ELAS investigation into gallery owner Giorgos Tsangarakis began with an anonymous tip that evolved into a formal complaint. The complaint concerned possible forgery of works of art. The investigation revealed an old Gospel from 1750, the authenticity and origin of which are being investigated. Authorities are investigating how the objects and works of art came into the possession of the accused, while most of the works found are estimated to be forgeries. Over 200,000 euros were seized, which reinforces the authorities' interest in the overall activity of the accused. Tsangarakis faces serious charges of misappropriation of antiquities, violation of the obligation to declare monuments, and aggravated forgery, exhibition, trafficking, disposal, and possession of works of art for the purpose of deception.