Συναντήσεις
Ο Αντώνης Γεωργίου συναντά τον Αιμίλιο Χαραλαμπίδη που σκηνοθετεί στο Σατιρικό Θέατρο το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ Πριν την αποχώρηση
Το έργο αγγίζει την ανοχή μιας κοινωνίας που εκτρέφει τον κίνδυνο
Τι καθιστά τον Τόμας Μπέρνχαρντ έναν διαχρονικό (και αιχμηρό) συγγραφέα κατά τη γνώμη σας;
Ο Thomas Bernhard υπήρξε μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου του πνεύματος, που συντηρούσε μια πολεμική σχέση με την κυρίαρχη πολιτική και κοινωνική υπόσταση της Αυστρίας, στην μεταπολεμική περίοδο, στην οποία έζησε, μεγάλωσε και δημιούργησε. Όσο βρισκόταν εν ζωή, το έργο του κατάφερε να αποκτήσει φανατικούς εχθρούς και την ίδια στιγμή πιστούς ακόλουθους. Αξίζει μόνο να θυμηθεί κανείς την πρεμιέρα της Πλατείας Ηρώων του, με το κοινό του Burgtheater στη Βιέννη να γιουχαΐζει μανιωδώς, το έργο όμως να συνεχίζει να παίζεται με τρομερή επιτυχία, πέραν των δέκα χρόνων. Μετά θάνατον μόνο θεωρήθηκε εθνικός ποιητής της Αυστρίας. Η αντιπαραθετική του σχέση με την κοινωνία της χώρας του, εμφανίζεται σε πολλά από τα συγγράμματά του, αλλά και στα θεατρικά του έργα. Η αρρώστια της κοινωνίας, που μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, προσπάθησε να προχωρήσει να ζει, χωρίς να διαχειριστεί το τεράστιο τραύμα, που έμεινε ανοικτό να χάσκει και να κραυγάζει την ύπαρξή του, τον απασχολεί αδιαλείπτως και τον καθοδηγεί στον εκφραστικό του μονόλογο με αυτό τον κόσμο της υποκρισίας. Αντιμετωπίζω τον συγγραφέα ως κλασικό.
Τι «αφορά» το έργο του Πριν την Αποχώρηση το οποίο σκηνοθετείτε;
Το έργο μιλά για τον ναζισμό και για την ευκολία, με την οποία μπορεί να κανονικοποιείται, σαν κάτι που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, σαν μια κρυμμένη ασθένεια, που καραδοκεί και την κατάλληλη στιγμή αναδιπλώνεται για να επιβληθεί εκ νέου στον κόσμο. Το έργο αγγίζει την ανοχή μιας κοινωνίας που εκτρέφει τον κίνδυνο. Το έργο ψηλαφεί σκοτεινούς ανθρώπους κρυμμένους για χρόνια στα υπόγεια, που υπομονετικά περιμένουν, μέχρι το έγκλημά τους να ξεχαστεί. Το έργο διερευνά τη δυνατότητα επαναφοράς της αισχρότητας, ως μοναδικού τρόπου επιβολής.
Αυτό υπήρξε το ζητούμενο όλων των εποχών, να αυξηθεί δηλαδή η εμβέλεια επιρροής του θεάτρου σε πλατύτερες κοινωνικές σφαίρες.
Ποια ήταν η πρόσληψη του έργου όταν γράφτηκε (1979), μόλις λίγες δεκαετίες μετά την ήττα του ναζισμού και με ποιους τρόπους θεωρείτε ότι επικοινωνεί με τη σημερινή διεθνή πραγματικότητα;
Η χρονική εγγύτητα με τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη διεθνή πολιτική σκηνή, τρομάζει. Αφετηρία για να γραφτεί το έργο ένα πραγματικό γεγονός: ένας αξιωματούχος της Γερμανικής κυβέρνησης με πολιτική δύναμη, αποδείχθηκε ότι υπήρξε αξιωματικός του ναζιστικού καθεστώτος. Η κοινωνία λειτούργησε ως ένα είδος διατήρησης της κακοήθειας, με την απόκρυψη της αλήθειας και τη διάχυση ψευδών πληροφοριών. Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα παραδείγματα στη δική μας περίπτωση, στην Κύπρο μετά την καταστροφή του 1974, αλλά ενδεχομένως να μπορούν να γίνουν οι ανάλογοι συσχετισμοί.
Το έργο μιλά για τον ναζισμό και για την ευκολία, με την οποία μπορεί να κανονικοποιείται
Ποιο ήταν το κύριο ζητούμενο από τους ηθοποιούς, με τους οποίους συνεργαστήκατε;
Ο κάθε ρόλος εκπροσωπεί μια διαφορετική κοσμοθεωρία και μια συγκεκριμένη ιδεολογία: του Ρούντολφ, του εθνικοσοσιαλιστή (που υπήρξε διοικητής στρατοπέδου συγκέντρωσης και τώρα διατελεί πρόεδρος του δικαστηρίου), που εμμένει στην εφαρμογή της διεστραμμένης του νοοτροπίας στην καθημερινότητά του, της Βέρας, της συνεργού, που συγκροτεί και δομεί την φαυλότητα και της Κλάρας, που παίζει τον ρόλο μιας ευνουχισμένης αντιπολίτευσης, που δεν έχει την ισχύ, ούτε και τη δυνατότητα να αντιδράσει, παραμένοντας αιώνιο βουβό θύμα των περιστάσεων. Δεν προσπαθήσαμε να κατανοήσουμε τα ψυχολογικά κίνητρα των αντιδράσεων των θεατρικών χαρακτήρων, που ξεδιπλώνονται μπροστά μας, παρά μόνο τους αντιμετωπίσαμε ως πολιτικές εκφάνσεις, ως αλληγορικά προσχήματα της συνεργατικής και δημιουργικής μας διαδικασίας. Δεν ήταν εύκολο, γιατί το έργο προτρέπει σε υψηλές ερμηνευτικές απαιτήσεις, λόγω της φόρμας στην οποία είναι δομημένο. Με κορώνες επαναλήψεων, με ατέρμονους μονολόγους ή με την άπειρη σιωπή διαγράφονται οι σχέσεις εξουσίας μεταξύ των χαρακτήρων, αλλά και της κοινωνίας έξω από το θέατρο.
Πού αποδίδετε τη λήθη γύρω από τον φασισμό και τι σηματοδοτεί για εσάς η επανεμφάνιση παρόμοιων ιδεών; Αν το έργο λειτουργεί ως προειδοποίηση, ποιο είναι το (επείγον) μήνυμα που πιστεύετε ότι πρέπει να ακούσει σήμερα η κοινωνία;
Ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεχάσει, να επιβιώσει, να νιώσει φυσιολογικός. Εάν παραμείνει για παρατεταμένο διάστημα σε ένα επίπεδο απομάκρυνσης από μια πρωταρχική γνώση της ιστορίας, η παραμικρή παραβίαση της ασφάλειάς του, μπορεί να τον οδηγήσει σε παράδρομους της νομιμότητας, του εγωκεντρισμού, άρα και του εθνικισμού. Ξαναζώντας το ξύπνημα της πολιτικής ακρότητας, στον τόπο μας, αλλά και σε πιο μεγάλο βαθμό σε πολλές χώρες του εξωτερικού, που άλλοτε διαλαλούσαν την δημοκρατική τους προέλευση, προκύπτει το γιγαντιαίο ερώτημα, εάν οι άνθρωποι έπαψαν να αναγνωρίζουν και να ονομάζουν το έγκλημα. Οι άνθρωποι οφείλουν να μαθαίνουν και να θυμούνται, για να μην επαναλάβουν πράξεις αμετάκλητες.
Η χρονική εγγύτητα με τα όσα συμβαίνουν σήμερα στη διεθνή πολιτική σκηνή, τρομάζει
Πώς το θέατρο όμως θα μπορέσει να αφορά την κοινωνία σε μεγάλο βαθμό και όχι να επικοινωνεί μόνο με μια μικρή μερίδα ευαισθητοποιημένων θεατών; Ποιος ο ρόλος και ποια η ευθύνη σήμερα των καλλιτεχνών και των πολιτιστικών φορέων και θεσμών;
Αυτό υπήρξε το ζητούμενο όλων των εποχών, να αυξηθεί δηλαδή η εμβέλεια επιρροής του θεάτρου σε πλατύτερες κοινωνικές σφαίρες. Κάποτε το πετυχαίνει, άλλοτε όχι. Αν θυμηθούμε για λίγο την θεατρική πρακτική στην αρχαία Αθήνα κι αν αναλογιστούμε τον τρόπο με τον οποίο το θέατρο επενέβαινε στην καθημερινή ζωή των Αθηναίων, διαπλάθοντας το αισθητικό, το πολιτικό και το συνεκτικό τους κριτήριο, διαπιστώνουμε την αιτία που συνέβαινε αυτό: η συμβολή του κράτους, της πολιτείας, της πόλης στην όλη διοργάνωση και προστασία αυτού του κορυφαίου είδους τέχνης, της δραματικής ποίησης. Καθοριστικής σημασίας παραμένει ο ρόλος του εκάστοτε κράτους στον βαθμό που εκτιμά, θεωρεί και αναγνωρίζει αναγκαία την τέχνη. Όμως επειδή η τέχνη έχει την τάση να εκθέτει τα κακώς έχοντα και να προτείνει την εγρήγορση, παρά τον ύπνο, πέφτει τις περισσότερες φορές σε δυσμένεια από τις κυβερνήσεις σύγχρονων χωρών, που παίρνει τη μορφή ελάχιστης στήριξης, περιορισμένης προώθησης και μειωμένης χρηματοδότησης. Κάθε κράτος που υποτιμά τους καλλιτέχνες του, αποδεικνύει περίτρανα την αδυναμία του να κοιτάξει με καθαρό βλέμμα το αύριο και να εξελιχθεί.
Συντελεστές
Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χαραλαμπίδης
Σκηνογραφία/Ενδυματολογία: Λάκης Γενεθλής, Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου, Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Πετεινάρης, Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Πισιήλη, Φωτογραφίες – Trailer: Black Lemon, Κατασκευή Σκηνικού: Γιώργος Χριστιανόπουλος, Γραφικά: Νικολέττα Αρέστη, rst arts
Παίζουν: Πόπη Αβραάμ, Εμμανουήλ Μιχαηλίδης, Παναγιώτα Παπαγεωργίου
Παραστάσεις
Πάνω Σκηνή Σατιρικού Θεάτρου
Κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 20.30 και Κυριακή στις 19:00
Για ηλικίες 15 ετών και άνω
Emilios Charalambidis on the Importance of Remembering the Past
Director Emilios Charalambidis talks about the production of Thomas Bernhard's 'Before Leaving,' which he is staging at the Satirical Theatre. He explains that the play touches on a society's tolerance of danger and the ease with which Nazism can be normalised. Charalambidis emphasizes the importance of memory to avoid repeating past mistakes, stating that Bernhard was a classic writer who critically viewed Austrian society. The play explores the possibility of returning to disgrace as a means of imposing dominance, while the director draws parallels with the history of Cyprus after 1974, hinting at the concealment of truth and the dissemination of false information. Charalambidis believes that the play resonates particularly well with the current international reality.
You Might Also Like
Η εντεκάδα του ΠΑΟΚ για την πρώτη μάχη με τη Θέλτα
Feb 19
Ελένη Αναστασίου: Η Παλαιστίνη όχι μόνο ως τόπος σύγκρουσης, αλλά ως τόπος ανθρώπων
Feb 22
“Χίλια χέρια”, η ιστορία πίσω από το έργο
Mar 1
Απεβίωσε ο σπουδαίος Κύπριος γλύπτης Πάμπος Μίχλης
Mar 1