Η στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν φέρνει στο προσκήνιο έναν νέο γεωπολιτικό κίνδυνο για τις παγκόσμιες αγορές. Σύμφωνα με ανάλυση της Morgan Stanley Wealth Management, η διάρκεια της σύγκρουσης αποτελεί τον βασικό παράγοντα που θα καθορίσει αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν περιορισμένες ή αν θα εξελιχθούν σε ένα ευρύτερο οικονομικό σοκ, με υψηλότερες τιμές ενέργειας, ισχυρότερο πληθωρισμό και αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου, ιδιαίτερα αν επηρεαστούν τα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία διέλευσης ενεργειακών ροών παγκοσμίως. Περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχεται από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα, γεγονός που το καθιστά κρίσιμο για τη σταθερότητα της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.
Η διάρκεια της σύγκρουσης θα κρίνει τις αγορές
Η Morgan Stanley τονίζει ότι οι αγορές μπορούν να διαχειριστούν μια σύντομη περίοδο αβεβαιότητας, ωστόσο η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη εάν οι εχθροπραξίες παραταθούν πέρα από λίγες εβδομάδες. Όπως σημειώνει η Monica Guerra, επικεφαλής πολιτικής ανάλυσης για τις ΗΠΑ στη Morgan Stanley Wealth Management, όσο περισσότερο διαρκεί η αβεβαιότητα τόσο δυσκολότερο θα είναι για τις αγορές να την αγνοήσουν
Σύμφωνα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ενδέχεται να διαρκέσουν έως και τέσσερις ή πέντε εβδομάδες. Σε ένα τέτοιο σενάριο, αυξάνονται οι πιθανότητες η γεωπολιτική κρίση να μετατραπεί σε οικονομική πίεση μέσω υψηλότερων τιμών πετρελαίου και αυξημένου πληθωρισμού.
Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο
Η σύγκρουση με το Ιράν έχει άμεση γεωοικονομική διάσταση, καθώς η Τεχεράνη μπορεί να χρησιμοποιήσει τα Στενά του Ορμούζ ως στρατηγικό μοχλό πίεσης. Οποιαδήποτε διαταραχή στη διέλευση δεξαμενόπλοιων ή ακόμη και η απειλή κλεισίματος της θαλάσσιας οδού θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη άνοδο των τιμών ενέργειας.
Αυτό θα είχε άμεσες συνέπειες για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, καθώς υψηλότερες τιμές καυσίμων τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και μειώνουν την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Η Morgan Stanley Research εκτιμά ότι μια αύξηση 10% στις τιμές του πετρελαίου λόγω διαταραχής στην προσφορά θα μπορούσε να ενισχύσει τον πληθωρισμό καταναλωτή στις ΗΠΑ κατά περίπου 0,35% μέσα στους επόμενους τρεις μήνες.
Όσο περισσότερο παραμένουν υψηλές οι τιμές ενέργειας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η επίδραση στον πληθωρισμό. Ένα ισχυρότερο δολάριο θα μπορούσε να περιορίσει εν μέρει τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς σε περιόδους γεωπολιτικής αβεβαιότητας οι επενδυτές συχνά στρέφονται στο αμερικανικό νόμισμα ως ασφαλές καταφύγιο.
Αρχικά, οι καταναλωτές μπορεί να απορροφήσουν την αύξηση των τιμών καυσίμων χρησιμοποιώντας αποταμιεύσεις, γεγονός που στηρίζει προσωρινά τη συνολική κατανάλωση. Ωστόσο, η εμπειρική ανάλυση της Morgan Stanley δείχνει ότι η πραγματική κατανάλωση αρχίζει να υποχωρεί περίπου δύο έως τρεις μήνες μετά το ενεργειακό σοκ.
Η Sarah Wolfe, στρατηγικός αναλυτής μακροοικονομικών θεμάτων της Morgan Stanley Wealth Management, σημειώνει ότι η μείωση της κατανάλωσης μπορεί να διαρκέσει πέντε έως έξι μήνες, ανάλογα με τη διάρκεια και την ένταση της ανόδου των τιμών ενέργειας.
Πολιτικές επιπτώσεις στις ΗΠΑ και η Fed
Η αύξηση του κόστους ζωής θα μπορούσε επίσης να αποκτήσει πολιτική διάσταση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Οι τιμές ενέργειας και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες βρίσκονται ήδη στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, μόλις το 27% των πολιτών εγκρίνει τα αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν. Εάν η σύγκρουση αποδειχθεί σύντομη, η δυσαρέσκεια μπορεί να υποχωρήσει σχετικά γρήγορα. Αν όμως παραταθεί, το ζήτημα του κόστους ζωής θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην πολιτική ατζέντα.
Ένα ενεργειακό σοκ δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τη Fed. Η αύξηση των επιτοκίων για την καταπολέμηση του πληθωρισμού μπορεί να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση, ενώ η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής για στήριξη της οικονομίας μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας ενδέχεται να προτιμήσουν μικρότερες κινήσεις επιτοκίων ή ακόμη και παύση της νομισματικής σύσφιξης μέχρι να αποσαφηνιστούν οι οικονομικές επιπτώσεις.
Άνοδος αμυντικών δαπανών και επιπτώσεις στις αγορές
Η εμπλοκή των ΗΠΑ σε μια ευρύτερη σύγκρουση θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών. Ο προτεινόμενος προϋπολογισμός άμυνας των ΗΠΑ αγγίζει τα 1,5 τρισ. δολάρια, επίπεδο που αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 50% και θυμίζει δαπάνες που είχαν καταγραφεί από την εποχή του Πολέμου της Κορέας.
Η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για τη διακράτηση κρατικού χρέους.
Ιστορικά, οι αγορές μετοχών συχνά καταγράφουν άνοδο κατά τη διάρκεια πολεμικών συγκρούσεων. Στους δύο πολέμους του Κόλπου, οι μετοχές κατέγραψαν διψήφια κέρδη τρεις έως έξι μήνες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, με πρωταγωνιστή τον αμυντικό κλάδο. Παρόλα αυτά, οι τιμές πετρελαίου τείνουν να παραμένουν υψηλές όσο η γεωπολιτική ένταση διατηρείται.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Morgan Stanley επισημαίνει ότι ο γεωπολιτικός κίνδυνος δεν αποτελεί πλέον περιστασιακό παράγοντα αλλά διαρκές χαρακτηριστικό του παγκόσμιου οικονομικού περιβάλλοντος. Οι επενδυτές καλούνται πλέον να λειτουργούν σε ένα σύστημα όπου οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, τα περιφερειακά μπλοκ και η στρατηγική αντιπαλότητα επηρεάζουν όλο και περισσότερο τις αγορές, τα ασφάλιστρα κινδύνου και τη διαμόρφωση των χαρτοφυλακίων. Σε αυτό το πλαίσιο, η τράπεζα εκτιμά ότι το 2026 μπορεί να αναδειχθούν επενδυτικές ευκαιρίες σε τομείς όπως η άμυνα, η ασφάλεια, η αεροδιαστημική και οι βιομηχανικές υποδομές, όπου οι αυξημένες κρατικές δαπάνες μπορούν να δημιουργήσουν πολυετή ζήτηση.
Πηγή: newmoney.gr
7 'Wounds' from the War in Iran, Oil, Inflation, and Markets
The escalating tensions between the US, Israel, and Iran are creating geopolitical risks for global markets. Morgan Stanley Wealth Management analyzes that the duration of the conflict will determine the extent of the economic impact, which could include higher energy prices, increased inflation, and increased market volatility. Particular emphasis is placed on the Strait of Hormuz, a critical transit point for global oil and natural gas trade, where disruptions could lead to a sharp rise in prices. The analysis highlights that markets can manage a short period of uncertainty, but a prolonged conflict could cause significant economic pressure. A 10% increase in oil prices, due to supply disruptions, is estimated to increase US consumer inflation by approximately 0.35% over the next three months. The strength of the dollar could partially limit inflationary pressures, as investors often see it as a safe haven during times of uncertainty. Tehran has the ability to use the Strait of Hormuz as a lever of pressure, threatening the passage of tankers and causing energy prices to rise. This would directly affect households and businesses, increasing the cost of living and reducing purchasing power. Morgan Stanley reports that consumers may initially absorb price increases by using savings, but consumption will decline in the long run. Overall, Morgan Stanley's analysis warns of the significant economic risks associated with the escalation of the conflict in Iran, emphasizing the need for careful monitoring of the situation and preparation for potential negative impacts on global markets and inflation.
You Might Also Like
Εκτοξεύονται οι τιμές πετρελαίου καθώς κλιμακώνεται η σύγκρουση
Mar 2
Citigroup: Πετρέλαιο άνω των 80 δολαρίων και αυξημένη αβεβαιότητα στις αγορές
Mar 2
ΕΚΤ: Προειδοποιεί για ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
Mar 3
Πτώση ασιατικών αγορών και άνοδος πετρελαίου λόγω πολέμου στο Ιράν
Mar 4
Τι προβλέπουν Citigroup, Morgan Stanley, Capital Economics και UBS για τις αγορές εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Mar 5