Από τα 19 χρόνια της ζώσας μνήμης στα 33 χρόνια της απόστασης πώς ο λόγος του ξεριζωμού κινδυνεύει να χάσει το βάρος του
Το απόκομμα αυτό γράφτηκε το 1993 από τον φίλο και πρώην συνάδελφο Χρ. Γιαννάκο. Μόλις 19 χρόνια μετά τον ξεριζωμό του 1974. Δεκαεννέα τα χρόνια από τον πόλεμο, δεκαεννέα και οι ηλικίες εκείνων που τότε ενηλικιώνονταν μέσα στο τραύμα. Οι 19χρονοι του 1974, εκείνοι που έζησαν τον ξεριζωμό στην αρχή της ζωής τους, το 1993 βρίσκονται ήδη στα σαράντα τους. Κουβαλούν ακόμη τη μνήμη ακέραιη, όχι ως αφήγηση αλλά ως συνέχεια της ζωής τους.
Σήμερα όμως, 33 χρόνια μετά από εκείνο το άρθρο και 52 χρόνια μετά τον ξεριζωμό, οι ίδιοι άνθρωποι έχουν περάσει σε μια άλλη κοινωνική κατηγορία. Για κάποιους δεν είναι πλέον οι φορείς της μνήμης αλλά «οι παλιοί». Οι σαρανταρες/ρηδες του 1993 είναι οι σημερινές/νοι «κοτζιακαρουδες» και «οι γέροι» του σήμερα στα μάτια μιας νεότερης γενιάς που δεν έζησε τίποτα από αυτά.
Σε όρους κοινωνικού χρόνου αυτό δεν είναι ιστορία είναι ακόμη παρόν. Οι άνθρωποι που μιλούν μέσα από τις γραμμές του δεν ανακαλούν θυμούνται. Δεν αφηγούνται κάτι μακρινό περιγράφουν μια πραγματικότητα που συνεχίζει να τους καθορίζει καθημερινά.
Ο ίδιος ο αρθρογράφος εντάσσεται σε αυτή τη συνθήκη. Δεν γράφει ως ουδέτερος παρατηρητής αλλά ως φορέας μιας εμπειρίας που διαπερνά την κοινωνία της εποχής του. Ο λόγος του φέρει τα χαρακτηριστικά μιας γενιάς που δεν είχε την πολυτέλεια της απόστασης είναι άμεσος βιωματικός με έντονη ηθική φόρτιση. Δεν επιχειρεί να εξηγήσει το τραύμα το καταγράφει σχεδόν εν θερμώ με την πεποίθηση ότι η αδικία παραμένει ανοιχτή και απαιτεί δικαίωση.
Ο κοινωνιολόγος θα το χαρακτήριζε ως περίοδο ζώσας μνήμης. Η πρώτη γενιά των προσφύγων βρίσκεται ακόμη στο προσκήνιο μεταφέροντας το τραύμα όχι ως αφήγηση αλλά ως βίωμα. Η γλώσσα είναι άμεση σχεδόν ωμή. Δεν υπάρχει ειρωνεία ούτε απόσταση. Υπάρχει πόνος επιμονή και μια βαθιά σχεδόν αυτονόητη πίστη ότι η αδικία δεν μπορεί να παγιωθεί.
Ο ιστοριοδίφης θα σταθεί στις λεπτομέρειες στον τρόπο που περιγράφονται τα χωριά στα ονόματα στις μικρές καθημερινές εικόνες που διασώζονται σαν ιερά κειμήλια. Εκείνη την εποχή η επιστροφή δεν είναι αφηρημένο αίτημα είναι συγκεκριμένος προορισμός. Έχει γεωγραφία έχει μνήμη έχει πρόσωπα.
Και όμως αν μεταφερθούμε στο σήμερα η εικόνα αλλάζει ριζικά. Οι σημερινές 19χρονες και οι σημερινοί 19χρονοι δεν κουβαλούν το ίδιο βάρος. Για πολλούς όσα τότε ήταν αυτονόητα σήμερα ακούγονται μακρινά σχεδόν ξένα.
Και κάπου εκεί μέσα στη σιωπηλή αυτή μετατόπιση παρεμβάλλεται και η ειρωνεία της εποχής. «Τι αθθυμήθηκεν η κοτζιακκαρη τωρά!!» «Μα εεε τον παππού που παραμιλλά!!». Οι ίδιοι άνθρωποι που το 1993 μιλούσαν ως ζώσα μνήμη σήμερα για κάποιους αντιμετωπίζονται ως υπερβολικοί ή γραφικοί.
Εκεί που το 1993 ο λόγος του Γιαννάκου ήταν αυτονόητα φορτισμένος και κοινά κατανοητός σήμερα σε ορισμένα αυτιά μπορεί να ακούγεται γραφικός. Οι ίδιες λέξεις χωριά σπίτια επιστροφή δεν προκαλούν παντού την ίδια συγκίνηση. Σε ένα μέρος της κοινωνίας ιδίως στις νεότερες γενιές εκλαμβάνονται ως λόγος μιας άλλης εποχής.
Αυτό δεν είναι ένδειξη λήθης με τη στενή έννοια. Είναι ένδειξη μετασχηματισμού της μνήμης. Η τραγωδία δεν εξαφανίζεται αλλάζει μορφή. Και όταν η μορφή δεν ανανεώνεται κινδυνεύει να εκληφθεί ως παρωχημένη ακόμη και ως αμήχανη ή αστεία.
Η αντίστιξη ανάμεσα στο 1993 και στο σήμερα δεν είναι απλώς χρονική. Είναι βαθιά κοινωνική. Τότε η μνήμη ήταν κοινός τόπος. Σήμερα είναι πεδίο διαπραγμάτευσης. Τότε η αφήγηση ένωνε. Σήμερα σε κάποιες περιπτώσεις δεν αγγίζει όλους με τον ίδιο τρόπο.
Και εδώ τίθεται το ουσιώδες ερώτημα πώς μεταφέρεται ένα τραύμα από τη γενιά που το έζησε στη γενιά που το κληρονόμησε χωρίς να απονευρωθεί. Πώς διατηρείται η σοβαρότητα χωρίς να διολισθαίνει στη ρητορική επανάληψη.
Διότι αν το 1993 κατέγραφε ακόμη τον παλμό της άμεσης απώλειας το σήμερα καταγράφει κάτι εξίσου κρίσιμο τον κίνδυνο η μνήμη χωρίς αναστοχασμό και επανανοηματοδότηση να χάσει το βάρος της.
Και τότε η απώλεια δεν θα είναι μόνο εδαφική. Θα είναι βαθύτερη θα είναι απώλεια νοήματος.
Καλό Πάσχα να φτάσουμε… ιδώμεν!
Sigma Live
When Remembrance Becomes 'Picturesque'
The article analyzes the alteration of the memory of the 1974 Cypriot displacement over time. The author, referring to an article from 1993, points out how the experience of displacement, vivid and immediate for the first generation, gradually becomes more distant and 'picturesque' for younger generations. The language and sense of injustice that characterized the speech of those who lived through the war are losing their intensity and being met with irony or indifference. The transition from 'living memory' to historical narrative changes the way the traumatic experience of displacement is perceived and experienced by society.