Της Χάρις Χαραλάμπους*
Πρόσφατα έγινε ντόρος για τη συνέντευξη του Φειδία Παναγιώτου σε τηλεοπτική εκπομπή του Sigma, με οικοδεσπότη το δημοσιογράφο Γιάννη Καρεκλά. Ο κ. Καρεκλάς επιχείρησε, ανεπιτυχώς για τον ίδιο και το κοινό που ίσως μοιράζεται παρόμοιους προβληματισμούς, να θίξει ότι η δημοτικότητα ενός υποψηφίου (ή μίας υποψήφιας) δεν είναι πάντα συνυφασμένη με την αποτελεσματικότητα του/της στη Βουλή. Στο σχόλιο του ο κ. Καρεκλάς χρησιμοποίησε ως παράδειγμα την Ουγγροιταλίδα πορνοστάρ Ιλόνα Στάλλερ (κυρίως γνωστή με το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο Τσιτσιολίνα), η οποία εκλέγηκε πανηγυρικά ως βουλεύτρια στην Ιταλική βουλή στα τέλη της δεκαετίας του 1980, έχοντας αξιοποιήσει τη φυσική της εμφάνιση ως πόλο έλξης και προσοχής για να τα καταφέρει. Υποψιάζομαι ότι το κοινό της συγκεκριμένης γυναίκας, όπως και του Φειδία Παναγιώτου, αποτελείτο κυρίως από άνδρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το τι τραβάει την επιφανειακή προσοχή σημαντικής μερίδας των ανδρών ψηφοφόρων.
Σημειώνω ότι υπάρχουν ΜΜΕ στην Κύπρο που αυτή την περίοδο, επί πληρωμή, παρουσιάζουν γυναίκες υποψήφιες ως «μοντέλα» λόγω της εμφάνισής τους, είτε αυτή είναι φυσική είτε τεχνητά ενισχυμένη, και όχι ως μοντέλα προς αντιγραφή λόγω των αξιών τους, των τπεποιθήσεων τους και των ωφέλιμων για την κοινωνία δράσεων που έχουν φέρει εις πέρας, που αποτελεί εχέγγυο για την παρουσία τους στη Βουλή. Θα ήταν ευχής έργον οι πραγματικά αξιόλογες γυναίκες υποψήφιοι που διεκδικούν θέση στη Βουλή να παρουσιάζονται και να κρίνονται για τη μαχητικότητα, την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητα που τις χαρακτηρίζουν, γιατί είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που χρειάζεται ο εξαντλημένος από τη διαφθορά, ανικανότητα και ατιμωρησία τόπος μας.
Η σύγκριση που έκανε ο Γιάννης Καρεκλάς στράφηκε ως μπούμεραγκ προς τον ίδιο καθώς δεν ήταν σωστά διατυπωμένη. Δεν τον βοήθησε η άγνοια του Φειδία Παναγιώτου και η προσβολή ότι η Ιλόνα Στάλλερ ήταν «πόρνη» - προφανώς κάποιος πρέπει να του εξηγήσει τη διαφορά ανάμεσα στις λέξεις «πορνοστάρ» και «πόρνη». Ότι τα πράγματα που είναι φανταχτερά, παράξενα και εντυπωσιακά τραβάνε σχεδόν άμεσα την προσοχή το γνωρίζουν πολύ καλά οι ψυχολόγοι, οι διαφημιστές, τα παιδιά, οι αλγόριθμοι και προφανώς και ο νεαρός Ευρωβουλευτής μας. Η ερώτηση του κ. Καρεκλά θα έπρεπε να ήταν η εξής: «Κύριε Παναγιώτου, αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι χρησιμοποιείτε διάφορες εντυπωσιακές μεθόδους, ειδικά μέσω της τεχνολογίας, για να τραβήξετε την προσοχή του κοινού σας. Πώς αυτό θα μεταφραστεί σε πραγματικά αποτελέσματα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου κάθε Βουλευτής/Βουλεύτρια ανάμεσα στους 56 έχει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο να παίξει, γιατί δεν είναι απλά ένας από 720 όπως στο Ευρωκοινοβούλιο, και η παρουσία του δεν θα κρίνεται μόνο από το πώς χρησιμοποιεί τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ);»
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ακριβώς ποιο ήταν το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της τότε εποχής που βοήθησε την Ιλόνα Στάλλερ να εκλεγεί στο Ιταλικό κοινοβούλιο. Αλλά ίσως δεν πρέπει να ξαφνιαζόμαστε για μια χώρα που έβγαλε τον γνωστό και καταδικασθέντα για ατασθαλίες, και όχι μόνο, Σίλβιο Μπερλουσκόνι μέχρι και Πρωθυπουργό τρεις φορές – μήπως Κύπρος και Ιταλία είναι una fatsa, una ratsa, τελικά; Αν κρίνουμε από τη συχνότητα των ιταλικών γονιδίων στις εξετάσεις DNA των Κυπρίων, τίποτα δεν αποκλείεται!
Σε μια οποιαδήποτε «κανονική χώρα», αν θεωρήσουμε ότι αυτό είναι υπαρκτή και όχι ουτοπική συνθήκη, πόσες πιθανότητες θα είχε ένα άτομο με φαιδρή και επιφανειακή συμπεριφορά να εκλεγεί σε υψηλό αξίωμα και με ενέργειες του να καθορίζει την πορεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών; Προφανώς οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής δεν αποτελούν, αυτή τη στιγμή, παράδειγμα «κανονικής χώρας», ούτε και η Κυπριακή Δημοκρατία, βεβαίως. Ο Φειδίας Παναγιώτου, νεαρός πολίτης, Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος νέου κόμματος σε μια μη-κανονική χώρα συχνά (επι)κρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο εκφέρει λόγο, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τα ΜΚΔ και τον τρόπο που προωθεί τον εαυτό του.
Θα τολμήσω να πω ότι σε μια κανονική χώρα, με κανονικό εκπαιδευτικό σύστημα και γονείς ή κηδεμόνες κατάλληλα ενημερωμένους και καθοδηγημένους, ο εκάστοτε «Φειδίας» θα λάμβανε στήριξη για τις μαθησιακές δυσκολίες που μάλλον αντιμετωπίζει (π.χ. στην εκφορά του λόγου και την ανάγνωση κειμένων) από τον καιρό που θα ήταν μαθητής Δημοτικού και η Επαρχιακή Επιτροπή Ειδικής Αγωγής κι Εκπαίδευσης δεν θα έκανε ένα χρόνο (και βάλε) για να εγκρίνει τις όποιες θεραπευτικές παρεμβάσεις θα χρειαζόταν. Σε μια κανονική χώρα, ο εκάστοτε "Φειδίας" θα ολοκλήρωνε το σχολείο με σωστές και αντικειμενικές γνώσεις για την Ιστορία, το παγκόσμιο γίγνεσθαι, την ηθική επιχειρηματικότητα και την ενεργή πολιτότητα. Σε μια κανονική χώρα, ο εκάστοτε «Φειδίας» θα γνώριζε πώς να χαρακτηρίζει συνανθρώπους του έτσι ώστε να μην αποκαλεί τα άτομα με διανοητικές δυσκολίες «πελλούς» και τις γυναίκες που εργάζονται στη βιομηχανία του πορνό ως «πόρνες».
Σε μια κανονική χώρα, ίσως να μη χρειαζόταν να κάνουμε καν αυτή τη συζήτηση. Θα την είχαμε ολοκληρώσει προ πολλού.
*Συμβουλευτική Ψυχολόγος, Εκπαιδεύτρια
Υποφήφια Βουλεύτρια Επαρχίας Λευκωσίας με το Volt Κύπρου
The 'Phidias' of the Moment in a Normal Country
The discussion surrounding Phidias Panagiotou's interview and journalist Yannis Kareklas' criticism regarding the relationship between popularity and a politician's effectiveness brought to light broader issues regarding political representation and the criteria for selecting candidates. Mr. Kareklas used Ilona Staller, a porn star who was elected to the Italian parliament, as an example, implying that appearance can outweigh ability. However, this discussion was unsuccessful due to the controversial wording and Mr. Kareklas' ignorance regarding the definitions of "porn star" and "porn actress". The author points out the existence of media outlets in Cyprus that promote female candidates based on their appearance, rather than highlighting their values and abilities. She emphasizes the need to showcase women who possess combativeness, determination, and effectiveness, characteristics essential for addressing the country's problems. Mr. Kareklas' criticism, although well-intentioned, was poorly worded. The question that should have been asked to Mr. Panagiotou is how the impressive methods he uses to attract public attention will translate into tangible results in Parliament, where every MP plays a significant role. The comparison with the European Parliament, where an MP's role is smaller, is inaccurate. Overall, the article highlights the need for a more serious and substantial approach to political representation, with an emphasis on the abilities and values of candidates, rather than their superficial image. The discussion about the role of appearance in politics is important, but it must be done with caution and respect.