Λόγω της κτηνιατρικής κρίσης του αφθώδους πυρετού, η οποία προελαύνει βόρεια από τη Λάρνακα προς τη Λευκωσία, συνήλθε εκτάκτως την περασμένη Παρασκευή η Επιτροπή Διαχείρισης του Αγρινού, με σκοπό τη λήψη προληπτικών μέτρων. Στην Επιτροπή συμμετέχουν η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας η οποία έχει την ευθύνη της διαχείρισης και προστασίας του πιο εμβληματικού άγριου ζώου της Κύπρου, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και τα τμήματα Δασών και Περιβάλλοντος.
Αυτά που κυρίως ανησυχούν τις αρμόδιες αρχές είναι πρώτον ότι η ασθένεια έχει «σπάσει το φράγμα» της επαρχίας Λάρνακας, και δεύτερον ότι οι κίνδυνοι από τη συμβόσκηση των αγρινών με κοπάδια αιγοπροβάτων, ειδικά κατά μήκος της πράσινης γραμμής, αυξάνουν τις πιθανότητες μετάδοσης της ασθένειας στα αγρινά. Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα, σύμφωνα με τα όσα συμφωνήθηκαν, είναι να σταματήσει η ελεύθερη βόσκηση κατσικιών σε περιοχές στις βόρειες και νότιες παρυφές του Δάσους της Πάφου, διότι εάν φτάσει εκεί ο ιός θα είναι πολύ σοβαρός ο κίνδυνος για το αγρινό. Ως εκ τούτου το κύριο μέτρο που αποφασίστηκε στη σύσκεψη ήταν η ανάγκη να μεταφερθεί το μήνυμα μέσω των Ηνωμένων Εθνών, για συμμόρφωση και των Τ/Κ βοσκών με το μέτρο περιορισμού των ζώων εντός των μονάδων τους, στις περιοχές που γειτνιάζουν με το Δάσος.
Πέθαναν 25% από ασθένεια
Για τα αγρινά δεν καταγράφηκε μέχρι σήμερα επηρεασμός από τον αφθώδη πυρετό, δήλωσε στον «Π» ο ανώτερος λειτουργός της Υπηρεσίας Θήρας και Πανίδας, Νίκος Κασίνης. Ωστόσο την περίοδο 2001 – 2003 πλήγηκαν από μία άλλη ασθένεια, που πάλι μεταφέρθηκε, όπως είπε, από αιγοπρόβατα των κατεχομένων. Πρόκειται για την ασθένεια Infectious Keratoconjunctivitis, η οποία προσέβαλε τα αγρινά τον Σεπτέμβριο του 2001. Η ασθένεια αυτή, που επηρεάζει τα μάτια και οφείλεται στο μυκόπλασμα Mycoplasma conjunctivae, οδηγεί στην τύφλωση ή και στον θάνατο. «Τυφλώνονταν τα ζώα και στη συνέχεια πέθαιναν ή τα κατασπάραζαν οι αγέλες άγριων σκύλων ή πέθαιναν από ασιτία γιατί δεν μπορούσαν να τραφούν», σημείωσε.
Κατά τους 17 μήνες της επιδημίας αυτής χάθηκε περίπου το 25% του πληθυσμού των αγρινών. Η δε αναπαραγωγική δραστηριότητα μειώθηκε έως και 35% το 2003 κι άρχισε να αντιστρέφεται το 2004.
Προληπτικά μέτρα
Από τις πρώτες στιγμές γνωστοποίησης της εμφάνισης κρούσματος αφθώδους πυρετού στις ελεύθερες περιοχές τον περασμένο Φεβρουάριο, η Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας, κινητοποιήθηκε για τη λήψη δραστικών μέτρων. Μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της κυβερνητικής στρατηγικής για τον περιορισμό της διασποράς μέσω των μετακινήσεων, αποφασίστηκε η πλήρης απαγόρευση του κυνηγίου και της εκπαίδευσης κυνηγετικών σκύλων στις περιοχές που γειτνιάζουν με τις μολυσμένες κτηνοτροφικές μονάδες της Λάρνακας. Εξάλλου, η Υπηρεσία συμμετέχει καθημερινά στη Συντονιστική Σύσκεψη όλων των εμπλεκόμενων στο ΚΣΕΔ για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού.
Επίσης παρήγγειλε ειδικά όπλα από το εξωτερικό για εμβολιασμούς αγρινών εξ αποστάσεως. Σύμφωνα με τον κ. Κασίνη πρόκειται για συμπληρωματικό μέτρο, για προστασία ορισμένων ζώων από τον άγριο πληθυσμό αγρινών, σε περίπτωση που θα υπάρξει προσβολή.
Κίνδυνος η ελεύθερη βοσκή
«Το πιο σημαντικό», τόνισε, «είναι αυτή την περίοδο στις περιοχές που απαντώνται τα αγρινά, οι κτηνοτρόφοι να περιορίσουν τα αιγοπρόβατά τους στις μονάδες, είτε στις ελεύθερες είτε στις κατεχόμενες περιοχές». Εδώ σημείωσε ότι δεν είναι μόνο στην πλευρά των κατεχομένων που ασκείται η ελεύθερη βοσκή ζώων, αλλά και σε άλλες περιοχές, όπου κοπάδια συμβόσκουν με τα αγρινά, όπως στην περιοχή των χωριών της Τηλλυρίας και του Αγίου Ιωάννη Πάφου. Όπως εξήγησε, η πρακτική της ελεύθερης βοσκής κυρίως κατσικιών, σε αυτές τις περιοχές, χρήζει μεγάλης προσοχής, διότι, αν φτάσει μέχρι εκεί ο αφθώδης πυρετός, θα είναι πολύ μεγάλος ο κίνδυνος μετάδοσής του στα αγρινά του Δάσους της Πάφου.
Εξάλλου, την περασμένη Τρίτη ο διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπ. Χριστόδουλος Πίπης, ενημέρωσε τη Βουλή ότι στη Δικοινοτική Επιτροπή Υγείας τέθηκε ενώπιον των Τ/Κ το αίτημα να ελεγχθεί η βόσκηση κατά μήκος της πράσινης γραμμής, στο πλαίσιο των προσπαθειών της ΚΔ για κοινή πολιτική δράσης με τα κατεχόμενα, στη βάση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. «Αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει. Ως Υπηρεσία το θέσαμε στο παρελθόν επανειλημμένα και επιτακτικά χωρίς αποτέλεσμα, λόγω εντοπισμού εχινόκοκκου στα βόρεια του Δάσους της Πάφου, σε άγριους σκύλους που έρχονται από τα κατεχόμενα», ανέφερε ο κ. Κασίνης. Μέσω των Ηνωμένων Εθνών, η Υπηρεσία προσπάθησε να δοθούν λύσεις στο παρελθόν, ειδικά για τις περιοχές Κάμπου και Κοκκίνων, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Σε ερώτηση εάν τα αγρινά είναι εξίσου επιρρεπή στον αφθώδη πυρετό, όπως τα οικόσιτα δίχηλα ζώα (αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίροι), ανέφερε ότι «δεν είχαμε στο παρελθόν παρόμοια εμπειρία και ούτε υπάρχει στη βιβλιογραφία αντίστοιχη περίπτωση, ωστόσο θεωρώ ότι τα άγρια δίχηλα είναι σε μικρότερο βαθμό επιρρεπή. Όμως στο παρελθόν σε άλλες χώρες προσβλήθηκαν από αφθώδη πυρετό είδη ελαφιών και αγριόχοιροι.
Nightmare of 2001 Awakens for Mouflon
The veterinary crisis of foot-and-mouth disease, which started in Larnaca and is spreading towards Nicosia, has put the competent authorities in Cyprus on alert. The Mouflon Management Committee convened urgently to take preventive measures, given the risk of transmission of the disease to mouflon, especially due to grazing with goats and sheep along the green line. The main measure decided is the ban on free grazing of goats on the northern and southern outskirts of the Paphos Forest, with the message being communicated through the United Nations to the T/C shepherds. Concern is high, as the disease has already 'broken the barrier' of the province of Larnaca. In the past, in 2001-2003, mouflon had been affected by the Infectious Keratoconjunctivitis disease, which caused blindness and death in about 25% of their population. Reproductive activity had decreased by 35% in 2003, recovering in 2004. The Game and Fauna Service has taken drastic measures, such as the ban on hunting and training of hunting dogs in infected areas, as well as the order of special weapons for remote vaccination of mouflon. Although no impact from foot-and-mouth disease has been recorded to date, vigilance remains high.