Σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, η Κύπρος βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο κύκλο κινδύνων που απειλούν να αναζωπυρώσουν παλιές πληγές της οικονομίας. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με τις επιπτώσεις του να διαχέονται στις αγορές ενέργειας, στο εμπόριο και στον τουρισμό, δημιουργεί ένα εύθραυστο περιβάλλον, μέσα στο οποίο το ζήτημα των εκποιήσεων επανέρχεται με αυξημένη ένταση στον δημόσιο διάλογο.
Η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Τα τελευταία χρόνια, η Κύπρος έχει διανύσει μια δύσκολη διαδρομή για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), καταγράφοντας σημαντική πρόοδο μέσα από τη σταδιακή μείωσή τους. Ωστόσο, η πρόοδος αυτή βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο εκποιήσεων, το οποίο, παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις, θεωρείται από πολλούς ως βασικός πυλώνας για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Σήμερα, οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις επαναφέρουν το ερώτημα, μπορεί η οικονομία να αντέξει νέες παρεμβάσεις ή χαλάρωση του πλαισίου;
Εξωτερικοί κραδασμοί
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει βασικούς τομείς της κυπριακής οικονομίας. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η αβεβαιότητα στον τουρισμό συνθέτουν ένα σκηνικό που θυμίζει προηγούμενες κρίσεις.
Η Κύπρος, ως μικρή και ανοικτή οικονομία, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Ο τουρισμός, ένας από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης, ενδέχεται να δεχθεί πιέσεις, ειδικά αν η γεωπολιτική ένταση παραταθεί ή επεκταθεί. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος ενέργειας μετακυλίεται σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, περιορίζοντας τη διαθέσιμη ρευστότητα.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το πλαίσιο εκποιήσεων αποκτά εκ νέου κομβική σημασία. Υποστηρικτές της διατήρησής του επισημαίνουν ότι οποιαδήποτε αποδυνάμωσή του θα μπορούσε να υπονομεύσει την κουλτούρα πληρωμών και να δημιουργήσει ηθικό κίνδυνο, στέλνοντας λάθος μηνύματα στην αγορά.
Η εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας δείχνει ότι η καθυστέρηση στην αντιμετώπιση των ΜΕΔ είχε σημαντικό κόστος για την οικονομία. Οι τράπεζες παρέμειναν για χρόνια εγκλωβισμένες με υψηλά επίπεδα προβληματικών δανείων, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη.
Αντίθετα, η ενίσχυση του πλαισίου εκποιήσεων συνέβαλε στη σταδιακή εξυγίανση των ισολογισμών και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η δυνατότητα ανάκτησης εξασφαλίσεων αποτέλεσε βασικό εργαλείο για τη διαχείριση των ΜΕΔ και τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Τι δείχνουν τα στοιχεία της αγοράς
Ενδεικτικά της προόδου αλλά και των προκλήσεων που παραμένουν είναι τα στοιχεία που επικαλούνται πηγές της αγοράς. Από το αρχικό υπόλοιπο ύψους περίπου 20 δισ. ευρώ που μεταφέρθηκε στις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, έχουν ήδη βρεθεί λύσεις για δάνεια ύψους περίπου 11 δισ. ευρώ.
Από αυτά, τα 9,5 δισ. ευρώ αφορούν ανακτήσεις μέσω συναινετικών λύσεων, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η συνεργασία δανειοληπτών και διαχειριστών μπορεί να αποδώσει. Μάλιστα, σε ποσοστό 60% έως 65%, τα δάνεια αυτά διευθετήθηκαν με καταβολή μετρητών, στοιχείο που καταδεικνύει την ύπαρξη ρευστότητας σε μερίδα δανειοληπτών.
Την ίδια ώρα, το υπόλοιπο των ΜΕΔ εμφανίζεται στα στοιχεία που δημοσιεύει η Κεντρική Τράπεζα σχεδόν αμετάβλητο. Αυτό αποδίδεται, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στον συνεχιζόμενο τοκισμό δανείων που παραμένουν σε καθυστέρηση χωρίς καταβολές, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα στα συνολικά μεγέθη.
Η εμπειρία της αγοράς καταδεικνύει επίσης ότι πολλοί δανειολήπτες κινητοποιούνται μόνο όταν πλησιάζει η ημέρα του πλειστηριασμού. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψη ότι η ύπαρξη ενός λειτουργικού και αξιόπιστου πλαισίου εκποιήσεων λειτουργεί ως καταλύτης για την επίτευξη λύσεων.
Ταυτόχρονα, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών, με παράγοντες της αγοράς να κάνουν λόγο για δανειολήπτες που «κρύβονται» πίσω από τις διαδικασίες, καθυστερώντας συστηματικά την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.
Κοινωνικές πιέσεις
Παρά την πιο αυστηρή ανάγνωση της αγοράς, αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν και οριακές, ιδιαίτερα δύσκολες περιπτώσεις. Πρόκειται για δανειολήπτες που, για διάφορους λόγους, δεν εντάχθηκαν σε υφιστάμενα σχέδια στήριξης, όπως το «Εστία» ή το «Ενοίκιο έναντι Δόσης».
Γι' αυτές τις περιπτώσεις, διαμορφώνεται μια ευρύτερη συναίνεση ότι θα πρέπει να υπάρξει στοχευμένη παρέμβαση, με ένταξή τους σε σχέδια που να λαμβάνουν υπόψη την πραγματική οικονομική τους δυνατότητα.
Καθοριστικός αναδεικνύεται ο ρόλος του κράτους, το οποίο καλείται, μέσω της κοινωνικής του πολιτικής, να διασφαλίσει τη στέγαση όσων δεν μπορούν να διατηρήσουν την υφιστάμενη κατοικία τους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων και οικονομικής αβεβαιότητας.
Ο συνδυασμός εξωτερικών πιέσεων και εσωτερικών αδυναμιών δημιουργεί ένα σύνθετο σκηνικό. Το υψηλό ιδιωτικό χρέος και η ευαισθησία της οικονομίας σε εξωγενείς παράγοντες παραμένουν βασικές προκλήσεις.
Η πραγματικότητα, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, είναι ότι δεν υπάρχει «αόρατο χέρι» που θα διαγράψει τις παλιές υποχρεώσεις. Η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους απαιτεί συνδυασμό υπευθυνότητας από τους δανειολήπτες, αποτελεσματικών εργαλείων από την αγορά και στοχευμένων πολιτικών από το κράτος.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διατήρηση του υφιστάμενου πλαισίου εκποιήσεων προβάλλει ως κρίσιμο στοιχείο για την αποφυγή νέων ανισορροπιών. Οι όποιες αλλαγές, τονίζουν οι ίδιοι κύκλοι, θα πρέπει να είναι προσεκτικές και να μην υπονομεύουν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Το στοίχημα της επόμενης μέρας
Η Κύπρος καλείται να κινηθεί σε ένα λεπτό ισοζύγιο. Από τη μία, η ανάγκη προστασίας των ευάλωτων και διατήρησης της κοινωνικής συνοχής. Από την άλλη, η υποχρέωση διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως επιταχυντής εξελίξεων, υπενθυμίζοντας ότι οι εξωτερικοί κίνδυνοι μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε εσωτερικές πιέσεις. Η απάντηση, όπως προκύπτει από την εμπειρία, δεν βρίσκεται σε οριζόντιες παρεμβάσεις, αλλά σε στοχευμένες λύσεις που αντιμετωπίζουν τις πραγματικές ανάγκες.
Το στοίχημα είναι σαφές, να αποφευχθεί μια νέα γενιά μη εξυπηρετούμενων δανείων, χωρίς να διαταραχθεί η εύθραυστη ισορροπία της οικονομίας. Και σε αυτή τη διαδρομή, το πλαίσιο εκποιήσεων παραμένει -παρά τις αντιδράσεις- ένα από τα βασικά εργαλεία πολιτικής.
New Risks Threaten Cypriot Economy - Fragile Environment and Foreclosure Discussions
Cyprus is facing new risks to its economy amid increased international uncertainty, with the war in the Middle East exacerbating the situation. Rising energy prices, supply chain disruptions, and uncertainty in tourism pose significant challenges. Despite progress in reducing non-performing loans (NPLs) in recent years, the foreclosure framework remains critical for financial stability. The discussion about foreclosures is being rekindled, with some arguing that relaxing the framework would undermine the payment culture and create moral hazard. The experience of the previous decade shows that delaying the resolution of NPLs had a significant cost to the economy, while strengthening the foreclosure framework contributed to the cleansing of bank balance sheets. According to market data, solutions have already been found for loans amounting to approximately 11 billion euros from the initial balance of 20 billion euros transferred to credit acquisition companies. The majority of these solutions (9.5 billion euros) were achieved through consensual agreements, highlighting the importance of cooperation between borrowers and managers. However, geopolitical tensions and external shocks raise new questions about the resilience of the Cypriot economy. Cyprus, as a small and open economy, is particularly vulnerable to these developments, and maintaining financial stability remains a priority.