Dialogos

Η ασφυκτική μέγγενη που απειλεί την ευρωπαϊκή γεωργία

Published January 11, 2026, 09:03
Η ασφυκτική μέγγενη που απειλεί την ευρωπαϊκή γεωργία

- Η ΕΕ, μέσω των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία και τις χώρες του Mercosur, αλλά και της εφαρμογής του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για τους Κύπριους και Ευρωπαίους αγρότες.
- Οι αυξημένες τιμές αζωτούχων λιπασμάτων, η πίεση από περιβαλλοντικές ρυθμίσεις και η εισαγωγή προϊόντων από χώρες με χαμηλά πρότυπα περιβάλλοντος και ασφάλειας τροφίμων επιδεινώνουν την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα.
- Η ελληνική και κυπριακή γεωργία κινδυνεύουν να παραμείνουν παθητικοί αποδέκτες αποφάσεων, ενώ η προστασία της επισιτιστικής κυριαρχίας και της τοπικής παραγωγής τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο.
Της Μαρίας Δεναξά
Τις καταστροφικές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία και με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής – Mercosur, που η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ετοιμάζεται να υπογράψει στις 12 Ιανουαρίου στην Παραγουάη, έρχεται να συμπληρώσει ο ευρωπαϊκός φόρος άνθρακα, που θα τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου.
Ένας φόρος που θα δώσει τη χαριστική βολή στους Κύπριους και Ευρωπαίους αγρότες και θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στη βιομηχανία, τις εξαγωγές, την ηλεκτρική ενέργεια, το υδρογόνο και τις θαλάσσιες ροές ξηρού φορτίου.
Ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), πυλώνας της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απανθρακοποίηση, εισέρχεται, μετά από μια μεταβατική περίοδο, στην οριστική του εφαρμογή από την πρώτη κιόλας ημέρα του νέου έτους.
Από το 2026, οι κυπριακές εταιρείες θα υποχρεούνται να δηλώνουν σε ετήσια βάση τις ενσωματωμένες εκπομπές CO₂ των εισαγόμενων προϊόντων στο Μητρώο CBAM. Ο υπολογισμός των εκπομπών μπορεί να βασίζεται είτε σε πραγματικά δεδομένα της εγκατάστασης παραγωγής εκτός ΕΕ, σύμφωνα με τις υπολογιστικές μεθόδους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε σε προκαθορισμένες τιμές που θα δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για κάθε προϊόν ή πρόδρομη ύλη.
Ο μηχανισμός είναι σχεδιασμένος να επιβάλλει στα εισαγόμενα προϊόντα, όπως είναι το αλουμίνιο, ο χάλυβας, το τσιμέντο ή τα αζωτούχα λιπάσματα, των οποίων η παραγωγή είναι ιδιαίτερα ρυπογόνα, ένα τέλος άνθρακα βάσει των εκπομπών CO₂, που θα είναι ισοδύναμος με αυτόν που επωμίζονται οι Ευρωπαίοι παραγωγοί. Ο CBAM αποσκοπεί στη διασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού και στην αποτροπή των διαρροών άνθρακα. Μια φιλόδοξη κλιματική πρωτοβουλία, που όμως προκαλεί έντονες ανησυχίες, κυρίως στον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα, όπου αναμένεται να επιδεινώσει τα σοβαρά προβλήματα του κλάδου.
Τα αζωτούχα λιπάσματα, που είναι ήδη ακριβά, περιλαμβάνονται άμεσα στο πεδίο εφαρμογής του CBAM και αποτελούν σημαντικό μέρος των εξόδων για πολλές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, κυρίως στις μεγάλες καλλιέργειες. Η πιθανή αύξηση της τιμής τους εξαιτίας ενός ακόμη φόρου (υπολογίζεται στο 30%) προστίθεται σε ένα ήδη τεταμένο περιβάλλον: αστάθεια αγορών, πίεση στα περιθώρια κέρδους και συνεχής άνοδος του ενεργειακού κόστους. Για πολλές εκμεταλλεύσεις, κάθε νέα επιβάρυνση απειλεί ευθέως την οικονομική τους βιωσιμότητα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις ευρωπαϊκών αγροτικών οργανώσεων και εξειδικευμένων γαλλικών ενώσεων παραγωγής σίτου, καλαμποκιού, τεύτλων κτλ, το συνολικό κόστος από αυτή τη νέα φοροεπιδρομή για τον αγροτικό τομέα -μόνο στη Γαλλία- μπορεί να φτάσει τα 500 εκατομμύρια ευρώ.
«Ποτέ στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία δεν έχουμε δει τόσο ακριβά λιπάσματα με παράλληλα τόσο χαμηλές τιμές σιτηρών», δήλωσε πρόσφατα ο Σεντρίκ Μπενουάστ, αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Ένωσης Παραγωγών Σίτου Γαλλίας (AGPB), αρμόδιος για τα θέματα των λιπασμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο Μπενουάστ δεν έκρυψε την ανησυχία του κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, με στόχο «να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη» για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η εφαρμογή αυτού του φόρου για τη γαλλική και ευρωπαϊκή γεωργία. Επιπλέον, η προοπτική της νέας αύξησης των τιμών των λιπασμάτων εντάσσεται σε ένα ήδη ανοδικό πλαίσιο. «Οι τιμές τους υποτίθεται ότι είναι χαμηλότερες κατά τη διάρκεια της νεκρής περιόδου, μεταξύ Μαΐου και Σεπτεμβρίου», όπως εξήγησε ο Σεντρίκ Μπενουάστ, «αλλά το 2025 αυτό δεν συνέβη».
Οι ευρωπαϊκές αγροτικές οργανώσεις ζητούν την προσωρινή πανευρωπαϊκή αναστολή του μέτρου, επισημαίνοντας τη συνεχιζόμενη άνοδο των τιμών των αζωτούχων λιπασμάτων. Τον Ιούλιο, η μέση τιμή αγοράς ανήλθε στα 552 ευρώ ανά τόνο, από 496 ευρώ τον Μάρτιο, σύμφωνα με έρευνα της AGPB σε δείγμα 300 παραγωγών. Οι αυξήσεις αυτές αποδίδονται αφενός στην άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου και αφετέρου στην επιβολή νέων φόρων στα ρωσικά λιπάσματα από την 1η Ιουλίου 2025. Ως αποτέλεσμα, το φθινόπωρο οι Ευρωπαίοι αγρότες περιόρισαν σημαντικά τις αγορές λιπασμάτων, καλύπτοντας μόλις το 60% των αναγκών τους, έναντι 70% έως 80% που είναι συνήθως το ποσοστό την ίδια περίοδο, σύμφωνα με την AGPB.
Στη Γαλλία, το αίτημα των αγροτών εισακούστηκε εν μέρει από την Υπουργό Γεωργίας Ανί Ζενεβάρ, εν αναμονή συγκεκριμένων αντισταθμιστικών μέτρων. Η υπουργός δήλωσε ότι θα «προσπαθήσει να εξουδετερώσει» το φόρο άνθρακα, αλλά γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό είναι αδύνατο, διότι πρόκειται για υπερεθνικό κανονισμό.
Η Ευρώπη εισάγει περίπου το 50% των αζωτούχων λιπασμάτων που καταναλώνει από την Αίγυπτο, την Αλγερία, τις ΗΠΑ, το Τρινιντάντ και Τομπάγκο, τη Νιγηρία ή το Βιετνάμ. Οι εισαγωγές από τη Ρωσία έχουν μειωθεί λόγω της αύξησης των δασμών. Στην Κύπρο, το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης αζωτούχων λιπασμάτων είναι εισαγόμενο και, συνεπώς, δυνητικά επηρεάζεται από τον CBAM.
Πέρα από την άμεση αύξηση του κόστους των εισαγωγών, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής και, κατά συνέπεια, ευρωπαϊκής γεωργίας. Αν και σχεδιάστηκε για να προστατεύει τους Ευρωπαίους παραγωγούς, υπάρχει ο φόβος ότι στην πράξη θα εντείνει τις ανισότητες: οι πιο ισχυρές και ανθεκτικές εκμεταλλεύσεις ίσως μπορέσουν να απορροφήσουν το κόστος προσαρμογής, ενώ όσες έχουν ήδη εξαντληθεί από αλλεπάλληλες κρίσεις κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται και από το ενδεχόμενο διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του CBAM στο προσεχές μέλλον. Το μέτρο ενδέχεται να επεκταθεί και σε άλλους τομείς των αγροτικών και αγροδιατροφικών αλυσίδων, προκαλώντας πρόσθετη ρυθμιστική πολυπλοκότητα και νέες διοικητικές υποχρεώσεις για τους αγρότες που ήδη ασφυκτιούν από την πληθώρα των αυστηρών ευρωπαϊκών κανονισμών. Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, οι αγροτικές ενώσεις πανευρωπαϊκά ζητούν επίσης σαφήνεια, συνεκτική πολιτική και πραγματική στήριξη. Η πράσινη μετάβαση φαίνεται πως είναι αναπόφευκτη, αλλά δεν μπορεί να επιβληθεί εις βάρος εκείνων που εξασφαλίζουν την επισιτιστική κυριαρχία των χωρών μας. Διαφορετικά, ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο προστασίας σε παράγοντα αποσταθεροποίησης για την ευρωπαϊκή γεωργία.
Πώς η ΕΕ καταστρέφει τη γαλλική γεωργία
Από τη μία, οι Κύπριοι και Ευρωπαίοι αγρότες αντιμετωπίζουν όλο και πιο αυστηρές περιβαλλοντικές νόρμες και υψηλότερο κόστος παραγωγής και από την άλλη η ΕΕ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες σε εισαγωγές από χώρες με χαλαρά ή ανύπαρκτα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα, δημιουργώντας αθέμιτο ανταγωνισμό που απειλεί την επιβίωση της ευρωπαϊκής γεωργίας. Πριν ακόμη εφαρμοστούν οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και με την Ινδία, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εισαγωγή βραζιλιάνικης σόγιας, η οποία είναι κατά κύριο λόγο γενετικά τροποποιημένη -κάτι που απαγορεύεται αυστηρά στην Ευρώπη. Επιπλέον, τα επίπεδα φυτοφαρμάκων στα προϊόντα από χώρες της Λατινικής Αμερικής ξεπερνούν κατά 30 φορές τα ευρωπαϊκά όρια, ενώ η καλλιέργειά τους βασίζεται σε ποικιλίες ανθεκτικές στην καρκινογόνο γλυφοσάτη. Η προοπτική της συμφωνίας Mercosur εντείνει αυτή την αντίφαση: ενώ οι Ευρωπαίοι αγρότες πιέζονται να μειώσουν τη χρήση χημικών και πανάκριβων λιπασμάτων, η ΕΕ ετοιμάζεται να δεχτεί αμφιλεγόμενες για την ποιότητά τους μαζικές εισαγωγές από τη Λατινική Αμερική, θυσιάζοντας την εγχώρια παραγωγή για εμπορικά οφέλη, κυρίως προς όφελος μεγάλων εξαγωγικών βιομηχανιών, όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Ακόμα πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση με τις εισαγωγές από την Ουκρανία. Από το 2022, στο πλαίσιο της στήριξης προς το Κίεβο, η ΕΕ απελευθέρωσε πλήρως τις εισαγωγές ουκρανικών αγροτικών προϊόντων.
Τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά για την ευρωπαϊκή αγορά:
• Μέχρι τον Ιούλιο του 2024 είχαν εισαχθεί στην Ευρώπη 800.000 τόνοι ζάχαρης από την Ουκρανία, ποσότητα που υπερβαίνει κατά τέσσερις φορές τις προβλεπόμενες εισαγωγές από το Mercosur σε έξι χρόνια.
• Το 2023, 6,2 εκατομμύρια τόνοι ουκρανικού σιταριού πλημμύρισαν την ευρωπαϊκή αγορά, μαζί με μεγάλες ποσότητες καλαμποκιού και πουλερικών.
• Τα ουκρανικά αβγά, που παράγονται συχνά σε κλωβοστοιχίες και περιέχουν απαγορευμένα αντιβιοτικά στην ΕΕ, δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Για να προστατευθεί η ευρωπαϊκή γεωργία, απαιτείται επανεξέταση αυτών των πολιτικών. Η άρνηση της συμφωνίας Mercosur και ο τερματισμός της απελευθέρωσης των ουκρανικών εισαγωγών είναι απαραίτητα βήματα. Για την Κύπρο, το διακύβευμα είναι διπλό. Αφενός, η προστασία ενός αγροτικού τομέα που ήδη δοκιμάζεται από το αυξημένο κόστος παραγωγής, την κλιματική αστάθεια και τη δημογραφική γήρανση. Αφετέρου, η διασφάλιση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων που φτάνουν στο τραπέζι των Ελλήνων. Χωρίς ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών αποφάσεων και χωρίς επαναφορά της εθνικής κυριαρχίας σε εμπορικά και αγροτικά ζητήματα, αλλά και σε ζητήματα ανταγωνισμού, η Κύπρος όπως και η Ελλάδα κινδυνεύουν να παραμείνουν παθητικοί αποδέκτες αποφάσεων που λαμβάνονται μακριά από τη σκληρή πραγματικότητα που βιώνει ο αγροτικός κλάδος, ο οποίος αργοπεθαίνει.