Παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο ένα ιδιότυπο φαινόμενο συλλογικής αυτοϋποτίμησης. Μια μερίδα συμπολιτών μας -οι υπερβολικοί και οι εμμονικοί της καταστροφολογίας- έχει πειστεί ότι ζούμε στη χειρότερη δυνατή εκδοχή χώρας που θα μπορούσε να υπάρξει. Στα μάτια τους, η Κύπρος είναι συνώνυμο της διαφθοράς, της εγκληματικότητας, της αναξιοκρατίας και της πλήρους αποσύνθεσης των κοινωνικών δομών. Τίποτα δεν λειτουργεί, τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν σώζεται. Αυτή είναι η πραγματικότητα;
Ας ξεκινήσουμε από τα δεδομένα, αλλά και τα συναισθήματα. Σύμφωνα με την 13η ετήσια Έκθεση Παγκόσμιας Ευτυχίας, η οποία δημοσιεύθηκε με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Ευτυχίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 20 Μαρτίου 2025, η Κύπρος κατατάσσεται στην 67η θέση παγκοσμίως ανάμεσα σε 147 χώρες. Δηλαδή, οι Κύπριοι δηλώνουν ότι βιώνουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή τους σε σύγκριση με περισσότερες από τις μισές χώρες που συμμετείχαν. Αν, όπως ισχυρίζονται οι υπερβολικοί, ζούμε σε μια «αποτυχημένη χώρα», την χείριστη, τότε θα έπρεπε να δεχτούμε το παράλογο συμπέρασμα ότι είμαστε μαζοχιστές που δηλώνουμε ευτυχισμένοι μέσα στην απόλυτη δυστυχία. Ή, φανταστείτε τι ζουν οι πολίτες των άλλων 80 χωρών.
Φυσικά, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν ισχυρίζεται ότι όλα λειτουργούν άψογα. Υπάρχουν προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη, ελλείψεις στην Υγεία και την Παιδεία, φαινόμενα διαπλοκής και ρουσφετιού. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα είναι: Και, σε ποια χώρα δεν υπάρχουν;
Ακόμη και χώρες-πρότυπα, όπως η Φινλανδία, που συχνά φιγουράρει στην κορυφή των δεικτών ευτυχίας, αντιμετωπίζουν σοβαρά ζητήματα, από την αύξηση της κατάθλιψης στους νέους μέχρι τις κοινωνικές ανισότητες στις απομακρυσμένες περιοχές. Κι όμως, κανείς δεν τις χαρακτηρίζει συλλήβδην «χαμένες υποθέσεις».
Και για να προλάβω τους αδαείς, που ξεπετάγονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως παντογνώστες, δεν εννοώ ότι επειδή υπάρχουν και στις άλλες χώρες αυτό μας δίνει άφεση αμαρτιών. H κριτική ασκείται για την διόρθωση των προβλημάτων ΟΣΟ το δυνατόν καλύτερα, -γιατί, η τελειότητα είναι σχετική και ανύπαρκτη. Άλλο όμως ορθολογική (ρασιοναλισμός) κριτική και άλλο εμμονική κριτική με σκοπιμότητα, προκαταλήψεις ή ακόμα κι’ από αφέλεια.
Η εμμονή να βλέπουμε τα πάντα μαύρα κι άραχνα έχει και πρακτικές συνέπειες. Δημιουργεί ένα τοξικό κλίμα μιζέριας, όπου κάθε θετικό στοιχείο απαξιώνεται ως «προπαγάνδα» και κάθε πρόοδος αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Όταν, για παράδειγμα, γίνονται επενδύσεις σε υποδομές ή βελτιώσεις στις ψηφιακές υπηρεσίες του κράτους ή μεταρρυθμίσεις κ.ο.κ., η συζήτηση δεν εστιάζει στο τι κερδίζουμε, αλλά στο γιατί «δεν είναι αρκετό». Αυτή η στάση είναι ωμή άρνηση της πραγματικότητας.
Αξίζει επίσης να συγκρίνουμε την Κύπρο με χώρες παρόμοιου μεγέθους και ιστορικών καταστάσεων. Αν σκεφτούμε την Ελλάδα της δεκαετίας της οικονομικής κρίσης, με διψήφια ανεργία, μαζική μετανάστευση νέων και κατάρρευση εισοδημάτων, γίνεται σαφές ότι η Κύπρος -παρά το τραύμα του 2013- ανέκαμψε ταχύτερα και διατήρησε ένα επίπεδο κοινωνικής συνοχής. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν λάθη, σημαίνει, όμως, ότι υπάρχει ανθεκτικότητα.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο της υπερβολής είναι ότι εξισώνει τα πάντα. Άλλο η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η γενικευμένη καταδίκη. Όταν όλα παρουσιάζονται ως εξίσου διεφθαρμένα και αποτυχημένα, τότε τίποτα δεν αξίζει προσπάθεια βελτίωσης. Η κοινωνία παραιτείται και ο κυνισμός γίνεται αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Συμπερασματικά, ναι, έχουμε σοβαρά ζητήματα που απαιτούν μεταρρυθμίσεις, διαφάνεια και κοινωνική εγρήγορση. Δεν είναι «όλα μέλι-γάλα». Όμως, η εικόνα της απόλυτης παρακμής που καλλιεργούν οι υπερβολικοί και οι εμμονικοί δεν αντέχει σε στοιχειώδη σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα. Αν πραγματικά θέλουμε μια καλύτερη χώρα, το πρώτο βήμα δεν είναι να τη μηδενίζουμε, αλλά να τη βλέπουμε καθαρά. Με τα ελαττώματά της, αλλά και με τα υπαρκτά της πλεονεκτήματα. Μόνο έτσι η κριτική γίνεται εργαλείο προόδου και όχι άλλοθι μόνιμης μιζέριας. Τελικά, η πραγματικότητα, είναι πολύ πιο σύνθετη – και πολύ λιγότερο μαύρη.
Cyprus: Not the Worst Country After All
In Cyprus, there is a trend of collective self-deprecation, where citizens view their country as one of the worst possible. However, this view contrasts with data, as shown in the World Happiness Report, where Cyprus ranks 67th globally, meaning Cypriots report greater life satisfaction compared to more than half of the participating countries. The author emphasizes that while there are problems in public administration, justice, health, and education, these are not unique to Cyprus. Even model countries, such as Finland, face their own challenges. The obsession with negativity has practical consequences, creating a toxic climate where every positive element is devalued and every progress is met with suspicion. This attitude hinders rational criticism and the effort for improvement. Comparing Cyprus with other countries of similar size and historical situations, such as Greece during the economic crisis, it becomes clear that Cyprus has shown greater resilience and faster recovery.
You Might Also Like
Μια νέα γενιά στη σκιά της νικοτίνης
Feb 16
Η πτώση του Πολιτισμού: Από τον ΟΗΕ στο κυπριακό Τρα(μ)π
Feb 19
Η υπερβολή της διαφθοράς και η διαφθορά ης υπερβολής
Feb 24