Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός τόπου που δεν χωρούν σε βιβλία. Δεν περιγράφονται πλήρως με λέξεις. Μένουν να αιωρούνται πάνω από τις γενιές σαν καθρέφτες. Αν τολμήσουμε, όμως, να κοιταχτούμε σ΄ αυτούς, δεν θα δούμε μόνο το παρελθόν. Δεν θα δούμε μόνο την Ιστορία. Δεν θα δούμε μόνο τους ήρωες. Θα δούμε και το παρόν. Θα δούμε και μαύρες σελίδες. Θα δούμε και μπόλικη ντροπή. Και, δυστυχώς, για όσους απέμειναν ακόμη ψήγματα συνείδησης, αυτό που θα αντικρίσουν δεν αντέχεται.
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου 1957, ένας 19χρονος στάθηκε ήρεμος μπροστά στη φρικτή αγχόνη των αποικιοκρατών. Δεν ζήτησε έλεος. Δεν λύγισε. Δεν έτρεξε να σωθεί όταν μπορούσε. Ντρεπόταν να τρέξει, εξήγησε. Τι συγκλονιστικό… Διαβάστε το ξανά και ξανά. Και προσπαθήστε να το αντιληφθείτε…
Ο ιερέας των Φυλακών, Παπαντώνης Ερωτοκρίτου, καταγράφει στη συγκλονιστική του μαρτυρία (στο βιβλίο του «Πώς έζησα το δράμα των απαγχονισθέντων») μια σκηνή που στοιχειώνει ακόμη τη μνήμη μας. Τον βρήκε «απολύτως ήρεμον». Χωρίς ταραχή. Χωρίς λιποψυχία. Με λόγια κοφτά, μετρημένα. Λες και δεν βάδιζε προς τον θάνατο, αλλά προς μιαν ανηφοριά που μόνο εκείνος μπορούσε να δει.
Και τότε του έκανε μια ερώτηση. Τον ρώτησε γιατί δεν έτρεξε να φύγει όταν τον εντόπισαν στο δάσος με το όπλο. Οι σύντροφοί του είχαν τρέξει και γλίτωσαν. Εκείνος όμως έμεινε. Συνελήφθη. Γιατί; Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό «γιατί;»…
Ο νεαρός σήκωσε το κεφάλι του, τον κοίταξε στα μάτια και, με ένα ελαφρύ χαμόγελο, απάντησε: «Τους επήρα για δειλούς όταν τους είδα να τρέχουν». Δεν πρόκειται για μια απλή απάντηση. Είναι μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Ένας τεράστιος αξιακός κόσμος. Που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητος. Σ’ αυτή τη μικρή πρόταση κρύβεται ολόκληρη η ψυχή μιας γενιάς που μεγάλωσε με ιδανικά, αξιοπρέπεια και ελληνοπρέπεια.
Ένας 19χρονος δεν έτρεξε να σωθεί. Όχι επειδή δεν μπορούσε. Όχι επειδή δεν είχε ένστικτο αυτοσυντήρησης. Αλλά επειδή ντρεπόταν. Ντρεπόταν να τρέξει. Ο νους αδυνατεί να συλλάβει το μέγεθος αυτής της στάσης. Σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος πάλευε απεγνωσμένα να διασώσει τη ζωή του, εκείνος προτίμησε να διασώσει την τιμή του.
Αυτός ήταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Ο νεαρός που έγραφε στους συμμαθητές του: «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Μια φορά κανείς πεθαίνει». Ο νέος που κραύγαζε στους αποικιοκράτες δικαστές: «Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος, όστις ζητεί την ελευθερία του».
Και έτσι, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της , η καταπακτή άνοιξε. Το σώμα έπεσε στο τρομακτικό κενό. Αλλά η ψυχή είχε ήδη προλάβει να πετάξει. Να πάρει εκείνη την ανηφοριά που οδηγεί στην αθανασία.
Τι τραγικό όμως… Εξηνταεννιά χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει βαρύ σαν ογκώδης βράχος πάνω από την πατρίδα μας. Τι κάναμε εμείς με αυτή τη θυσία; Τι απέγινε εκείνη η λεβεντιά που έκανε έναν 19χρονο να ντρέπεται να τρέξει για να σωθεί;
Σήμερα η Κύπρος βρίσκεται ξανά μπροστά σε κινδύνους που δεν δημιούργησε η ίδια. Ο πόλεμος ανάμεσα στο Ιράν και τις ΗΠΑ επανέφερε με εκκωφαντικό τρόπο έναν κίνδυνο, που όλοι γνωρίζουμε αλλά λίγοι τολμούν να πουν δυνατά. Οι βρετανικές βάσεις.
Εκείνες οι βάσεις που εγκαταστάθηκαν από την αποικιοκρατία και παρέμειναν μετά την ανεξαρτησία. Εκείνες που μετατρέπουν το μικρό αυτό νησί σε πιθανό στόχο σε συγκρούσεις που δεν είναι δικές του.
Και όμως. Αντί να υψώσουμε ιαχή αξιοπρέπειας, επικρατεί μια σιωπή σχεδόν εκκωφαντική. Δεν ζητούμε θυσίες. Δεν ζητούμε ηρωισμούς. Ούτε καν το αυτονόητο δεν τολμούμε. Να φωνάξουμε «πάρτε τις βάσεις σας και ξεκουμπιστείτε». Ούτε αυτό…
Η μορφή του Ευαγόρα προβάλλει μπροστά μας ακόμη πιο επιβλητική. Όχι μόνο ως σύμβολο ηρωισμού, αλλά και ως αμείλικτη σύγκριση. Εκείνος ντρεπόταν να τρέξει για να σωθεί. Εμείς δεν ντρεπόμαστε να σιωπούμε για να μη δυσαρεστήσουμε. Εκείνος προτίμησε την αγχόνη από την ταπείνωση. Εμείς συχνά επιλέγουμε την ταπείνωση για να αποφύγουμε την ευθύνη.
Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζουν τα μεσάνυχτα της 13ης Μαρτίου, ακούγεται ξανά εκείνο το ανατριχιαστικό τρίξιμο του ικριώματος. Για να επαναφέρει εκείνη την εφιαλτική ερώτηση που πλανάται με βασανιστικό τρόπο πάνω από την Κύπρο εδώ και δεκαετίες. Άξιζε τελικά εκείνη η θυσία; Ή, απλώς, μείναμε να κοιτάζουμε την ανηφοριά που πήρε ο Ευαγόρας ολοένα να απομακρύνεται, ενώ εμείς συνεχίζουμε αδιάκοπα την ντροπιαστική κατηφοριά;
Εξηνταεννιά χρόνια μετά, η θυσία του μας κοιτάζει κατάματα και ζητάει απεγνωσμένα απάντηση: Εμείς τι κάναμε με αυτήν;
Look Evagoras, what a shame, we don't even dare to shout 'get off our bases'
The article is a poignant reflection on historical memory and dignity, prompted by the anniversary of the execution of Evagoras Pallikarides. The author expresses disappointment with the modern society's inability to understand the magnitude of the sacrifice of the EOKA fighters and the dignity with which they faced death. He wonders how today's attitude, characterized by superficial protests and questioning, can be compared to the self-sacrifice and dedication of their ancestors. The author refers to the heroic stance of Evagoras Pallikarides, who refused to run and be saved, preferring to die with dignity. He emphasizes that his act is a symbol of dedication to freedom and national independence. He criticizes the tendency to underestimate past struggles and question the values that guided them. Furthermore, the author expresses disappointment with the lack of courage and self-sacrifice in modern society. He denounces the distortion of history by some academics and politicians who are trying to undermine national identity and historical memory. He stresses that Cyprus is once again facing dangers and that the need for national unity and solidarity is more urgent than ever. The article concludes with a call to reclaim the values that guided the fighters of the past and for a new generation worthy of their sacrifice. The author emphasizes that the memory of Evagoras Pallikarides and the other heroes of EOKA must remain alive and be a source of inspiration for future generations.