Γράφει ο Χριστόφορος Φωκαΐδης*
Σε άρθρο μας τον Ιούλιο του 2024, μετά τις δημόσιες απειλές από τον πρώην ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, ότι η Κύπρος θα καθίστατο μέρος του πολέμου [της Γάζας] σε περίπτωση που παρείχε διευκολύνσεις στο Ισραήλ, είχαμε επισημάνει πως «η στοχοποίηση της Κύπρου αποτελούσε επιβεβαίωση ενός προβλέψιμου σεναρίου». Όταν το θέμα είχε αρχίσει κάποια στιγμή να υποχωρεί από τη δημόσια ατζέντα, είχαμε υποδείξει πως αυτές οι νέου τύπου προκλήσεις ασφάλειας όχι μόνο δεν θα υποχωρούσαν, αλλά αντιθέτως θα εντείνονταν, «καθώς αναθεωρητικά κράτη ή ακόμα και τρομοκρατικές οργανώσεις ή και ημικρατικοί δρώντες (τύπου Χούθι και Χεζμπολάχ), ενδέχεται να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακόμα πιο εξελιγμένης τεχνολογίας και μεγαλύτερης εμβέλειας στρατιωτική μέσα». Θέλοντας να τονίσουμε, μάλιστα, την ανάγκη προδραστικού σχεδιασμού, θέταμε τότε το ερώτημα: «Τι θα συμβεί, για παράδειγμα, εάν στο ορατό μέλλον η Κύπρος καταστεί στόχος πυραυλικής επίθεσης λόγω διευκολύνσεων που παρέχει σε δυτικούς εταίρους, ή ακόμα και ως αποτέλεσμα αστοχίας πυραύλου που είχε ως στόχο τις Βρετανικές Βάσεις;». (βλ. Φωκαΐδης και Αδαμίδης, 2024).
Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών και οι στοχευμένες επιθέσεις που δέχθηκε το κυπριακό έδαφος, έστω κι αν στρέφονταν κατά των Βρετανικών Βάσεων, κατέδειξαν ότι ο κίνδυνος δεν ήταν θεωρητικός. Οι απειλές έγιναν πραγματικότητα αυτή τη φορά υποχρεώνοντας τους πολίτες να λειτουργήσουν υπό συνθήκες γενικευμένης κρίσης, με εκκενώσεις περιοχών και συστάσεις για άμεση μετάβαση σε καταφύγια, αν δοθεί σχετική οδηγία. Η αδυναμία της κυβέρνησης να λειτουργήσει προληπτικά, παρά το οι κίνδυνοι ήταν ορατοί, αλλά και οι συστημικές, κυρίως, παθογένειες του κυπριακού κράτους, έφεραν στην επιφάνεια σοβαρά επιχειρησιακά κενά που καταδεικνύουν την απουσία ενός «ολιστικού συστήματος πολιτικής προστασίας».
Το κυπριακό παράδοξο
Η παρούσα κρίση, όμως, επιβεβαίωσε, πρωτίστως, το στρατηγικό έλλειμμα ασφάλειας που αντιμετωπίζει γενικότερα η Κύπρος. Όπως επανειλημμένα έχουμε επισημάνει ως Ινστιτούτο Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας, μολονότι η Κύπρος ενσωματώνεται ολοένα και περισσότερο σε πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο με τη Δύση, δεν υπάρχει αντίστοιχη ενσωμάτωση σε αμυντικό επίπεδο. Αποτελεί, λοιπόν, παραδοξότητα το γεγονός ότι, ενώ η Κύπρος λειτουργεί στην πράξη ως συνεισφορέας ασφάλειας για τους δυτικούς εταίρους (Ευρωπαίους και Αμερικανούς), η ίδια δεν έχει εξασφαλίσει ακόμα τη θεσμική της αμυντική θωράκιση γι’ αυτή τη συνεισφορά.
Η θεωρία του «καταφυγίου» (shelter theory) εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους μικρά κράτη αναζητούν προστασία από μεγαλύτερες δυνάμεις ή διεθνείς οργανισμούς (βλ. Thorhallsson, 2018). Στην περίπτωση της Κύπρου, η ένταξη πρωτίστως στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), αλλά -και σε έναν βαθμό- η ανάπτυξη στρατηγικών συμμαχιών με άλλες χώρες, λειτουργούν ως ένα πολιτικοδιπλωματικό και οικονομικό «καταφύγιο» για τη χώρα. Παρά ταύτα, στο ολοένα και πιο ρευστό και επισφαλές παγκόσμιο γεωπολιτικό περιβάλλον, και ειδικότερα στη γεμάτη αναταράξεις και αστάθεια περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπως έχει καταδειχθεί και από τα τελευταία γεγονότα, αυτό δεν επαρκεί. Είναι επιτακτική η ανάγκη πλέον για αναζήτηση «καταφυγίου» μέσα από θεσμικούς μηχανισμούς συλλογικής αποτροπής, προκειμένου η Κύπρος να τύχει αποτελεσματικής προστασίας από ασύμμετρες και υβριδικές απειλές και γενικότερα από κινδύνους που έχουν να κάνουν με τη «σκληρή ασφάλεια».
Όσο αυτό δεν συμβαίνει, θα είμαστε υποχρεωμένοι να σπεύδουμε εκ των υστέρων -αντιδραστικά και όχι προδραστικά- για να εξασφαλίσουμε ad hoc βοήθεια σε διμερές επίπεδο, όπως έγινε και στην παρούσα κρίση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αναφέρω ενδεικτικά: αυξημένο ρίσκο σε σχέση με την ανταπόκριση χωρών ή και την έγκαιρη άφιξη στρατιωτικών δυνάμεων, αυξημένη εξάρτηση από συγκυριακές διαθέσεις ξένων κυβερνήσεων ή, ακόμα, και αυξημένη ροπή για επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος. Η κινητοποίηση της κυβέρνησης υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεσματική, αν και δεν απέφυγε -και πάλι- τις επικοινωνιακές υπερβολές, με παράπλευρο αρνητικό αντίκτυπο σε οικονομικό επίπεδο.
Καταλυτική, ως προς την ευρύτερη κινητοποίηση των Ευρωπαίων εταίρων, υπήρξε πάντως στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να ανταποκριθεί άμεσα στο αίτημα για ενίσχυση της κυπριακής αεράμυνας, υπενθυμίζοντάς μας πως κύριο στήριγμα για την Κύπρο ήταν και παραμένει η Ελλάδα.
Η επιλογή του ΝΑΤΟ και ο Τραμπ
Εκείνο που προκύπτει, σε κάθε περίπτωση, και μέσα από την εμπειρία της τρέχουσας πολεμικής κρίσης, είναι πως η Κύπρος θα πρέπει να αναζητήσει πιο μόνιμες και θεσμικές ρυθμίσεις προκειμένου να θωρακίσει την εθνική της ασφάλεια. Με αυτά τα δεδομένα, η καταλληλότερη επιλογή, όπως έχουμε ξανά επισημάνει ως ινστιτούτο, θα ήταν η ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, στο οποίο ανήκει και το σύνολο σχεδόν των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν υπάρχει, άλλωστε, εναλλακτική επιλογή στο παγκόσμιο σύστημα, που θα μπορούσε να προσφέρει αυτού του είδους την ασφάλεια.
Επομένως, αν και χωρίς αμφιβολία, η Τουρκία θα έκανε χρήση του δικαιώματος βέτο που διαθέτει για να μπλοκάρει μια κυπριακή αίτηση για ένταξη, η Κύπρος δεν θα πρέπει να αποστεί της προσπάθειας αυτής για τους λόγους που επανειλημμένα έχουμε εξηγήσει. Ορθά, συνεπώς, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δηλώνει έτοιμος να υποβάλει αίτηση για ένταξη αν οι συνθήκες το επιτρέψουν - παρά την αρνητική στάση που είχε τηρήσει προεκλογικά σε σχέση με το ζήτημα αυτό.
Το μέλλον του ΝΑΤΟ ως πάροχος ασφάλειας, ωστόσο, παραμένει -προσώρας- μάλλον ασαφές, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ακολουθεί η κυβέρνηση Τραμπ. Θα πρέπει να σημειωθεί, κατ’ ακρίβειαν, ότι για τον ίδιο ακριβώς λόγο, οι όποιοι χειρισμοί προς την κατεύθυνση προώθησης μιας κυπριακής ένταξης αυτή τη στιγμή ενέχουν μάλλον υψηλό επίπεδο ρίσκου.
Παρά ταύτα, η εκπεφρασμένη βούληση για ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την αναγνώριση από πλευράς εταίρων ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει κατορθωτό -προς το παρόν, τουλάχιστον- λόγω Τουρκίας, νομιμοποιεί την Κύπρο να αναζητήσει εναλλακτικές μορφές «καταφύγιου». Να αναζητήσει δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, «αμυντική κάλυψη» από τους εταίρους της, για μια μεταβατική τουλάχιστον περίοδο, είτε μέσω διμερών-πολυμερών συμφωνιών ή και μέσα από τη συμμετοχή σε ευρύτερα σχήματα συλλογικής αποτροπής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εν εξελίξει κρίση στη Μέση Ανατολή και οι επιθέσεις προς κυπριακό έδαφος καθιστούν σήμερα ένα ανάλογο αίτημα απολύτως θεμιτό, τόσο με πολιτικούς όσο και επιχειρησιακούς όρους.
Οι Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες
Αν και η ΕΕ απέχει ακόμα σημαντικά από τη διαμόρφωση μιας κοινής αμυντικής ένωσης, εντούτοις, οι πολιτικές και η εν γένει στάση του Ντόναλντ Τραμπ σε μια σειρά από ζητήματα, έχουν οδηγήσει το τελευταίο διάστημα σε μια επιτάχυνση των διεργασιών γύρω από την ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ στον τομέα της άμυνας, όπως για παράδειγμα μέσα από το γνωστό ReArm/Readiness 2030. Έχουν όμως οδηγήσει, ταυτόχρονα, και σε συλλογικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίες κινούνται παράλληλα με τις κοινές πολιτικές της Ένωσης ή και συμπληρωματικά με το ΝΑΤΟ. Ενδεικτικά αναφέρεται εδώ η πρόταση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, μαζί με τον Πολωνό ομόλογό του Ντόναλντ Τουσκ, αναφορικά με τη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής-αντιαεροπορικής ασπίδας, η οποία συνδέεται με τη European Sky Shield Initiative (ESSI) - μια προγενέστερη πρωτοβουλία γερμανικής έμπνευσης του 2022. Πριν λίγες μέρες ο Γάλλος Πρόεδρος Μανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε, επίσης, την πρόθεση για την ανάπτυξη μιας πυρηνικής ομπρέλας πάνω από την Ευρώπη.
Οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν να περνούν απαρατήρητες εδώ στην Κύπρο. Τα τελευταία γεγονότα έχουν καταδείξει, με τρόπο αναπόδραστο, πως μια μικρή χώρα στην πιο ασταθή γειτονιά του πλανήτη δεν μπορεί, απλώς, να συνεχίσει να λειτουργεί στη βάση της λογικής «δεν θα τύχει σε μας». Ούτε να εφησυχάζει με δηλώσεις του τύπου, «η Κύπρος δεν είναι μέρος του προβλήματος, αλλά της λύσης». Καλώς δίνονται αυτές οι διαβεβαιώσεις, ούτε όμως το Ομάν ήταν μέρος του προβλήματος, ούτε το Κατάρ. Ήταν χώρες που διατηρούσαν σχέσεις με την Τεχεράνη, επιχειρώντας μάλιστα να είναι μέρος της λύσης, σε προηγούμενες συρράξεις στη Μέση Ανατολή. Παρά ταύτα, δέχονται σήμερα σφοδρά πυρά του ιρανικού στρατού.
Η Κύπρος θα συνεχίσει, και μετά το τέλος της κρίσης, να αποτελεί κρίσιμο κόμβο για τα ευρωπαϊκά και τα αμερικανικά συμφέροντα, ενώ οι Βρετανικές Βάσεις θα συνεχίσουν -στο ορατό μέλλον τουλάχιστον- τη λειτουργία τους στο έδαφος της Κύπρου. Ως εκ τούτου, η Λευκωσία δεν έχει την πολυτέλεια να μένει εκτός ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, που συνδυαστικά, αν εξελιχθούν, οδηγούν τρόπον τινά σε ένα μικρό «ευρωπαϊκό ΝΑΤΟ».
Για την ώρα, προέχει η διαχείριση της παρούσας κρίσης. Την επομένη, ωστόσο, θα πρέπει να ενεργήσουμε προδραστικά, χωρίς εφησυχασμό και χωρίς ιδεοληψίες. Ας μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μετά το πέρας του πολέμου θα οδηγηθούμε σε συνθήκες «διαρκούς ειρήνης». Οι συνθήκες επαυξημένης ανασφάλειας θα συνεχίσουν να υφίστανται. Η Κύπρος βρίσκεται σε μια περιοχή γεωπολιτικής ρευστότητας και θα συνεχίσει να παραμένει εκτεθειμένη σε απειλές. Όσο, λοιπόν, κι αν η Κύπρος ενισχύει τις δικές της αμυντικές δυνατότητες -και πρέπει να τις ενισχύει- δεν θα μπορέσει ποτέ να αισθάνεται ασφαλής παρά μόνο μέσα από σχήματα συλλογικής ασφάλειας.
Το Κυπριακό
Όπως γίνεται κατανοητό, η συμμετοχή σε συλλογικά σχήματα άμυνας αποτελεί δυνητικά μια πιο αξιόπιστη και επωφελή επιλογή ως «καταφύγιο ασφάλειας», παρά η σύναψη διμερών αμυντικών συμφωνιών. Στην περίπτωση της Κύπρου, όμως, η επιλογή αυτή παρέχει, επιπρόσθετα, πολιτική και διπλωματική «κάλυψη» στη Λευκωσία, αφαιρώντας προσχήματα από την Τουρκία, η οποία με επίκληση του γνωστού επιχειρήματος περί «αντιτουρκικών αξόνων», ενδέχεται να προβεί σε ενέργειες περαιτέρω αμφισβήτησης της κυριαρχίας ή των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μολονότι αυτό δεν θα πρέπει, επ’ ουδενί, να αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τη σύναψη αναγκαίων για την άμυνα της Κύπρου διμερών συμφωνιών, εντούτοις, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ως προς το πώς αυτές τυγχάνουν χειρισμού σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, καθώς η κυπριακή κυβέρνηση οφείλει να σταθμίζει σε κάθε της βήμα ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις σε ό,τι αφορά την κύρια απειλή που προέρχεται από την Τουρκία και την εδραίωση του κατοχικού status quo. Κινήσεις ή δηλώσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα οι οποίες γίνονται, κυρίως, για εσωτερική κατανάλωση θα πρέπει να αποφεύγονται με κάθε τρόπο, καθώς είναι βέβαιο ότι εργαλειοποιούνται από την Τουρκία με στόχο την προαγωγή των δικών της στρατηγικών επιδιώξεων στο νησί.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί το ενδεχόμενο η Τουρκία να εκμεταλλευθεί την παρούσα κρίση, προκειμένου να προχωρήσει -χωρίς διεθνείς αντιδράσεις- σε κινήσεις μόνιμης ενίσχυσης των τουρκικών δυνάμεων στα κατεχόμενα. Ο κίνδυνος αυτός θα πρέπει να τυγχάνει συνεχούς αξιολόγησης από πλευράς κυβέρνησης, η οποία σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε να είχε προσθέσει στο αφήγημά της των τελευταίων ημερών και ένα πολιτικό μήνυμα προς τους Τουρκοκύπριους. Ότι δηλαδή, η ομπρέλα που προσφέρεται από τους Ευρωπαίους εταίρους είναι για την ασφάλεια ολόκληρου του νησιού και όλων των Κυπρίων. Απουσιάζει, παντελώς σχεδόν, από την κυβερνητική ρητορική ένα αφήγημα που να διαμηνύει προς πάσα κατεύθυνση ότι εργάζεται για ένα κοινό ασφαλές μέλλον για όλους τους Κύπριους (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) - ένα αφήγημα εν ολίγοις περί της «ολικής Κύπρου» το οποίο θα έπρεπε να αποτελούσε βασικό στοιχείο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής εθνικής ασφάλειας.
Ακόμα πιο επικίνδυνο, βεβαίως, είναι το γεγονός ότι από ορισμένους κύκλους καλλιεργείται στην κοινή γνώμη η ψευδαίσθηση ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη υπέρ της Κύπρου ως αποτέλεσμα της στοχοποίησής της από Ιράν-Χεζμπολάχ, στέλνει ταυτόχρονα και μήνυμα έναντι της κατοχικής Τουρκίας. Για τους πολιτικούς είναι, κατά κανόνα, δυσάρεστο όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν τις «πλάνες του πλήθους». Η διακίνηση, ωστόσο, ή ακόμη και η ανοχή της αναπαραγωγής ανάλογων ουτοπικών προσδοκιών, αν και μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα δημοσκοπικά οφέλη, συνιστά τελικά χείριστη υπηρεσία προς τον τόπο.
Ούτε η ΕΕ ούτε το ΝΑΤΟ θα επιχειρήσουν ποτέ στρατιωτικά στην Κύπρο για να εκδιώξουν τον Τούρκο εισβολέα. Μια εξωτερική και αμυντική πολιτική, ωστόσο, που αξιοποιεί κατάλληλα τις ευκαιρίες που προσφέρονται από ΕΕ και ΝΑΤΟ, μπορεί σε συνδυασμό με άλλες συντεταγμένες πολιτικές, να δημιουργήσουν ένα πλέγμα πιέσεων και κινήτρων προς την Άγκυρα, με στόχο μία έντιμη και βιώσιμη λύση στο Κυπριακό που θα διασφαλίζει τα συμφέροντα του κυπριακού ελληνισμού.
*Πρώην υπουργού Άμυνας και προέδρου του Ινστιτούτου Μελετών Πολιτικής και Δημοκρατίας. Για εκτενέστερη ανάλυση και σχετικές παραπομπές βλ. www.ispd.org.cy.
Why a 'Safe Haven' Security Search is Necessary for Cyprus
Christoforos Fokaidis analyzes the need for Cyprus to seek a 'safe haven' of security, given the increasing threats and recent attacks on Cypriot territory, even if they targeted British Bases. He points out that threats from organizations such as Hezbollah and the Houthis have become a reality, revealing serious operational gaps in Cypriot civil protection. The author emphasizes Cyprus's strategic security deficit, despite its integration with the West, and the need for institutional defensive shielding. Membership in the EU and strategic alliances function as a political-diplomatic 'safe haven', but are insufficient in a fluid geopolitical environment. Cyprus must strengthen its defense capabilities and develop a holistic civil protection system.