Dialogos

Ανθρωπος, μητέρα, πρόσφυγας: Ο αγώνας της Shagufta για μια ζωή με αξιοπρέπεια

Published February 1, 2026, 06:01
Ανθρωπος, μητέρα, πρόσφυγας: Ο αγώνας της Shagufta για μια ζωή με αξιοπρέπεια

Της
Ελένης Κωνσταντίνου
Η Shagufta Iram Khan ήρθε στην Κύπρο από το Αφγανιστάν πριν από τέσσερα σχεδόν χρόνια, μαζί με τον ανήλικο γιο της, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη δίνη που επέβαλε το καθεστώς των Ταλιμπάν. Σήμερα, μετά από μια μακρά και δύσκολη διαδικασία, έχει πλέον αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, γεγονός που έφερε αλλαγές στην καθημερινότητά της και, όπως η ίδια ελπίζει, το δικαίωμα να ονειρεύεται ένα πιο ασφαλές και αξιοπρεπές μέλλον, ιδιαίτερα στον τομέα της επαγγελματικής αποκατάστασης.
Στη χώρα διαμονής της έζησε ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές, με τις βομβιστικές επιθέσεις να αποτελούν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν εξαιρετικά δύσκολες, ενώ και προσωπικοί λόγοι την οδήγησαν στην απόφαση να φύγει από το Αφγανιστάν μαζί με το παιδί της, ουσιαστικά να αποδράσει για να σωθεί.
Η Κύπρος δεν ήταν στο αρχικό της πλάνο. Όπως η ίδια αναφέρει, είχε προηγηθεί προσπάθεια εξασφάλισης βίζας για άλλες χώρες.
«Είχα αιτηθεί βίζα στη Γερμανία, στον Καναδά, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Μεξικό. Όλες οι χώρες μας απέρριψαν, μεταξύ άλλων και λόγω του ότι οι Ταλιμπάν βρίσκονταν στην εξουσία. Όταν δεν μπορείς να γίνεις δεκτός με νόμιμο τρόπο και είναι θέμα επιβίωσης, τότε δεν σου μένει άλλη επιλογή. Για πρώτη φορά στη ζωή μου παρανόμησα. Ζητώ ειλικρινά συγγνώμη γι’ αυτό, αλλά δεν υπήρχε άλλη επιλογή».
Έφτασε στην Κύπρο μέσω των κατεχομένων και στη συνέχεια μεταφέρθηκε μαζί με τον γιο της στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής Πουρνάρα. Εκεί βίωσε συνθήκες που περιγράφει ως ιδιαίτερα σκληρές: συνωστισμός, άνθρωποι από διαφορετικές κουλτούρες, ενήλικες και ανήλικοι μαζί, τουαλέτες σε άθλια κατάσταση, ένας χώρος ακατάλληλος, όπως τονίζει, ειδικά για ένα παιδί οκτώ ετών.
Αργότερα τους δόθηκε η επιλογή να μετακινηθούν σε διαμέρισμα με άλλη οικογένεια. Η αρχή και πάλι δεν ήταν εύκολη. Ο γιος της ξεκίνησε σχολείο χωρίς να γνωρίζει ελληνικά.
«Δεν του μιλούσαν, δεν μπορούσε να μιλήσει, παραπονιόταν καθημερινά. Όμως βρήκαμε σύμμαχο τη δασκάλα του, την κυρία Κούλα, που τον ενθάρρυνε συνεχώς. Μαζί με τη δική μου προσπάθεια, μέσα σε έξι μήνες έμαθε ελληνικά και μπορούσε να επικοινωνεί».
Η ίδια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας όταν έφθασε στην Κύπρο. Η όρασή της ήταν περιορισμένη: 40% στο ένα μάτι και 30% στο άλλο, με κίνδυνο πλήρους τύφλωσης. Χρειαζόταν ειδικά γυαλιά οράσεως.
«Κάποιες κυρίες μάζεψαν χρήματα και μου αγόρασαν τα γυαλιά», λέει συγκινημένη. Στη συνέχεια χρειάστηκε να υποβληθεί και σε χειρουργική επέμβαση. Όπως αναφέρει, η ιατρική φροντίδα που έλαβε στο νοσοκομείο ήταν εξαιρετική. Ωστόσο, μετά την επέμβαση, η επιστροφή στο σπίτι και η ανάρρωση ήταν εξαιρετικά δύσκολες.
«Δεν είχα κάποιο μέλος της οικογένειάς μου ή στενό φίλο να με βοηθήσει. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, ο αιτητής ασύλου δεν δικαιούται οικιακή βοήθεια. Ήμουν μόνη με ένα παιδί. Ευτυχώς υπήρχαν απλοί άνθρωποι, γυναίκες, που ερχόντουσαν πρόθυμα και με βοηθούσαν. Όχι όμως οι κρατικές υπηρεσίες».
Η Shagufta επισημαίνει ότι, ανεξαρτήτως καθεστώτος –αιτητής ασύλου, αναγνωρισμένος πρόσφυγας ή πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας– στο τέλος της ημέρας όλοι είναι άνθρωποι και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. «Οι ανάγκες παραμένουν ίδιες, όποιο και αν είναι το καθεστώς σου».
Σήμερα χρειάζεται να αλλάξει τα γυαλιά της, όμως και πάλι απαιτείται οικονομική βοήθεια, με τα χρήματα να μην φτάνουν ακόμη και για τα βασικά ζητήματα υγείας. Η βασική αλλαγή είναι ότι πλέον η ίδια και το παιδί της είναι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες. Αυτό, όπως λέει, της δίνει ελπίδα ότι θα μπορέσει να εργαστεί σε ευρύτερο φάσμα επαγγελμάτων και όχι μόνο σε περιορισμένους τομείς.
Θέτει, ωστόσο, ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος με την οικονομική βοήθεια που του παρέχεται, όταν υπάρχουν περιορισμοί στην εργασία, προβλήματα υγείας ή όταν πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια;
«Δεν αντιλαμβάνονται τις πραγματικές ανάγκες ενός αιτητή ασύλου ή ενός αναγνωρισμένου πρόσφυγα. Όταν έφυγα από τη χώρα μου δεν ήμουν φτωχή. Εργαζόμουν, είχα χρήματα, είμαι μορφωμένη. Δεν απέδρασα από τη φτώχεια, απέδρασα από ένα καθεστώς».
Μάλιστα, συμβουλεύει όσους σκέφτονται να φύγουν από τη χώρα τους αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους να το ξανασκεφτούν.
«Όσοι θέλουν να φύγουν από τη χώρα τους για να γλιτώσουν από τη φτώχεια, νομίζοντας ότι θα πάνε κάπου αλλού και θα έχουν καλύτερη ζωή, να μην το πράττουν, γιατί αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αυτοί που χαράσσουν πολιτικές θα πρέπει να αναρωτηθούν αν οι ίδιοι μπορούν να επιβιώσουν, για παράδειγμα, με 600 ευρώ τον μήνα».
Η καθημερινότητά της δεν είναι εύκολη και, όπως μας αναφέρει με εμφανή συγκίνηση: «Νιώθω ότι δεν μπορώ να προσφέρω κανονικό και υγιεινό φαγητό στον γιο μου. Δεν μπορώ να του αγοράσω ούτε ένα ζευγάρι κάλτσες. Είναι πολύ άσχημο να νιώθεις ανήμπορος να προσφέρεις αυτά που θέλεις στο παιδί σου».
Στους άμεσους στόχους της είναι η απόκτηση άδειας οδήγησης, ώστε να μπορεί να μετακινείται και να πηγαίνει το παιδί της στις δραστηριότητές του, αλλά και στα μαθήματα ελληνικών που παρακολουθεί η ίδια. Σήμερα χρειάζεται να αλλάζει δύο λεωφορεία για να μετακινηθεί. Αν και γνωρίζει να οδηγεί, πρέπει να επαναλάβει τη διαδικασία στη χώρα μας, κάτι που απαιτεί χρήματα για μαθήματα, τα οποία δεν διαθέτει.
Όσο για τα όνειρά της, είναι ξεκάθαρα: να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της χωρίς να εξαρτάται από τη φιλανθρωπία.
«Ονειρεύομαι να δημιουργήσω μια μικρή επιχείρηση, ίσως μια καντίνα με φαγητά από την πατρίδα μου. Επίσης, μπορώ να εργαστώ στον τομέα της μετάφρασης». Η Shagufta μιλά έξι γλώσσες, γεγονός που θα μπορούσε να της ανοίξει επαγγελματικές πόρτες εφόσον της δοθούν οι ευκαιρίες.
Οι προκλήσεις παραμένουν πολλές. Ωστόσο η ίδια δηλώνει αποφασισμένη και αισιόδοξη ότι με επιμονή και στήριξη θα καταφέρει να χτίσει μια νέα ζωή με αξιοπρέπεια.